Γράφει η Ειρήνη Λουκίσα, @irinilou_born_to_read
Σπούδασες οικονομικά. Ποιο ήταν το έναυσμα για έναν άνθρωπο των «αριθμών» να αρχίσει το παιχνίδι με τις λέξεις;
Όντας φανατικός αναγνώστης, κάποια στιγμή θέλησα να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου και στη συγγραφή. Η αφορμή δόθηκε κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους των σπουδών μου στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό, στη Θεματική Ενότητα της Ιστορίας της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας, όπου κληθήκαμε να εκπονήσουμε εργασίες πάνω σε κείμενα κάθε είδους, πεζά, ποιήματα, ακόμα και θεατρικά έργα. Ο καθηγητής μου, ο Γ. Βάρσος, με τον τρόπο του μου είπε ότι γράφω καλά και χωρίς να το θέλει, με ενθάρρυνε να προχωρήσω λίγο παραπέρα. Σε συνδυασμό με μια απώλεια που βίωσα εκείνη την περίοδο, προέκυψαν τα Σαραντακάτι Καλοκαίρια. Μετά ήταν πιο εύκολο.
Γράφεις ιστορικό μυθιστόρημα και αγαπάς την ιστορία. Ποια διαδικασία ακολουθείς για να τεκμηριώσεις τα ιστορικά στοιχεία που περιλαμβάνεις στη μυθοπλασία;
Πρώτα πρώτα, πρέπει να βρεις στοιχεία για την περίοδο στην οποία θέλεις να εντάξεις την ιστορία σου. Για παράδειγμα, στη Δρακοσπηλιά, έπρεπε να βρω στοιχεία από τα χρόνια του Νικηφόρου Φωκά, μέχρι και τα μέσα του 11ου αιώνα. Ξεκίνησα με μια σύντομη επισκόπηση, διαβάζοντας ένα εγχειρίδιο γενικής βυζαντινής ιστορίας και μετά αναζήτησα τις πρωτογενείς πηγές. Στη συνέχεια, έψαξα στοιχεία για την καθημερινότητα εκείνης της περιόδου, για τον απλό λαό, τους στρατιώτες, τους άρχοντες, τους αξιωματούχους, σε εξειδικευμένες εργασίες ακαδημαϊκών δασκάλων ή σε εργασίες γνωστών ερευνητών. Επίσης, ιδιαίτερα σημαντικά είναι κάποια έργα της εποχής, όπως το Επαρχικόν Βιβλίο του Λέοντος του Σοφού, ή το Κλητορολόγιο του Φιλόθεου. Εννοείται ότι υπάρχουν επιστημονικά άρθρα για κάποια πολύ ειδικά θέματα, όπως τα διακριτικά των βυζαντινών αξιωματικών και αξιωματούχων ή τα μέτρα και τα σταθμά της εποχής. Από το πλήθος όλης αυτής της πληροφόρησης, πρέπει να φιλτραριστούν τα στοιχεία που θα χρησιμεύσουν, ώστε το βιβλίο να μη βγει δοκίμιο, παραθέτοντας (βαρετές) πληροφορίες. Εντέλει, η λειτουργική ενσωμάτωση των πληροφοριών στο λογοτεχνικό κείμενο είναι εξίσου δύσκολη με την ανεύρεσή τους.
Εκτός από το ιστορικό μυθιστόρημα, γράφεις και fantasy, πώς γίνεται στο μυαλό σου η μετάβαση από το ένα είδος στο άλλο;
Καθαρό fantasy, με την έννοια της κοσμοπλασίας, δεν έχω ακόμα δημοσιεύσει, αν και έχω κάτι μισοτελειωμένο. Ωστόσο, από μόνη της η ανασύσταση του παρελθόντος είναι μια μορφή κοσμοπλασίας, οπότε μπορείς να πεις ότι υπάρχει κάποια συγγένεια στα είδη. Και επειδή αγαπώ τη λογοτεχνία του Φανταστικού, ήταν αναμενόμενο κάποια στιγμή να δοκιμάσω κι εκεί τις δυνάμεις μου στα υποείδη της ΕΦ και του Τρόμου αρχικά. Άλλωστε, έχω συγγράψει διπλωματική εργασία πάνω στην ελληνική σκηνή του Φανταστικού των αρχών του 21ου αιώνα.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια αύξηση του αναγνωστικού κοινού στην Ελλάδα για το φανταστικό μυθιστόρημα, εξού και η διοργάνωση του Fantasy Festival και τα βραβεία Everlies. Σε οφείλεται κατά τη γνώμη σου αυτό;
Θα απαντήσω συνοπτικά. Σε αυτή την εξέλιξη συνέβαλαν κυρίως δύο παράγοντες: αρχικά, η γνωριμία του ελληνικού αναγνωστικού κοινού με το Φανταστικό, μέσω των επιτυχημένων μεταφορών στον κινηματογράφο έργων όπως ο Άρχοντας των Δακτυλιδιών, ο Χάρρυ Πόττερ, τα Παιχνίδια Πείνας και το Λυκόφως και ακολούθως η δυνατότητα εκδόσεων μέσω ψηφιακής εκτύπωσης για μικρό τιράζ και ως εκτούτου, η δυνατότητα εκδόσεως έργων μεγάλου πλήθους Ελλήνων δημιουργών, που σε παλιότερες εποχές δεν θα είχαν προχωρήσει, αν και το ενδιαφέρον του κοινού αφορά και ξένους συγραφείς. Για πιο αναλυτικές απόψεις, παραπέμπω στο λινκ της διπλωματικής μου εργασίας για το ελληνικό Φανταστικό: https://apothesis.eap.gr/archive/item/171356 ή ακόμα καλύτερα, στα τεύχη τρία και τέσσερα του περιοδικού Πλειάδες.
Στη διάρκεια της ενασχόλησης με τα παραπάνω είδη, έγραψες και τη χαλαρή τριλογία «Μικροαστικός Κύκλος» που είναι μάλλον βιωματική και εκτυλίσσεται την περίοδο της κρίσης και φτάνει σήμερα. Ποια ήταν η ανάγκη σου για να γράψεις κάτι τόσο διαφορετικό και, ίσως, προσωπικό;
Από τα έργα του «Μικροαστικού Κύκλου», μόνο η Ψευδαίσθηση αφορά την περίοδο της κρίσης, τα Σαραντακάτι Καλοκαίρια και το Να μη χαθούμε, τούτη τη φορά έχουν να κάνουν περισσότερο με τον χρόνο που περνά. Έχω κόλλημα με τον χρόνο, δεν μπορώ να διαχειριστώ το πόσο γρήγορα φεύγει. Το γράψιμο είναι μια μορφή δημιουργικής εκτόνωσης, μια μορφή ψυχοθεραπείας. Και μπορεί τα τρία αυτά έργα να είναι σε σημαντικό βαθμό βιωματικά, όμως θεωρώ τον εαυτό μου «παραμυθά», οπότε υπάρχει και αυτή η παράμετρος, η ανάγκη ενός παραμυθά να αφηγηθεί ένα ακόμα παραμύθι.
Πρόσφατα κυκλοφόρησε το τελευταίο βιβλίο της τριλογίας, με τίτλο Να μη χαθούμε, τούτη τη φορά. Ποιο είναι το μήνυμα που ήθελες να στείλεις στο αναγνωστικό κοινό, αλλά και σε κοντινούς σου ανθρώπους;
Να χαίρονται το παρόν, την καθημερινότητά τους όπως μπορούν, να μην κάνουν μόνο σχέδια, αλλά να χαίρονται αυτά που έχουν και να μην αναβάλουν τίποτα για το άμεσο ή για το απώτερο μέλλον, καθώς οι εξελίξεις μας προλαβαίνουν κι εμείς τρέχουμε από πίσω. Και να διαβάζουν όσο μπορούν, να βλέπουν κινηματογράφο και να ταξιδεύουν.
Ποια είναι η άποψή σου για τον ρόλο των εκδοτικών οίκων στην προώθηση των Ελλήνων συγγραφέων;
Μεγάλο θέμα ανοίγεις. Δεν είναι εύκολη μια απλή απάντηση. Από τη μια, έχεις τους μικρούς εκδοτικούς οίκους, που βγάζουν σχεδόν κάθε έργο που θα τους υποβληθεί, ζητώντας από τους συγγραφείς να συμμετάσχουν χρηματικά στο κόστος της έκδοσης (το λένε «συνέκδοση», για να μην ακούγεται τόσο άσχημο όσο η «αυτοέκδοση»). Αυτοί οι οίκοι μάλλον κάνουν ζημιά, καθότι το κοινό έχει γίνει επιφυλακτικό και δεν αγοράζει εύκολα έργα αγνώστων δημιουργών μικρών οίκων. Τι εννοώ: αυτά τα έργα διαφημίζονται συνήθως μέσα από όχι και τόσο αντικειμενικές βιβλιοκριτκές στο Goodreads και αλλού και δημιουργούν υψηλές προσδοκίες στον αναγνώστη, οι οποίες τελικά διαψεύδονται, για τη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, με επιπρόσθετο κακό να χάνονται μέσα στο πλήθος και κάποια αξιόλογα έργα.
Από την άλλη, οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι ακολουθούν δυο τρεις δοκιμασμένες συνταγές. Είτε θα εκδώσουν έργα με συγκεκριμένη θεματική ή/και ιδεολογική χροιά (π.χ. Μικρασιατική Καταστροφή, Εμφύλιος, Δικτατορία, Άλωση του 1453 και τώρα τελευταία τη «συμπερίληψη), δίνοντας βάση και στη γλωσσική επίδοση του δημιουργού, είτε θα εκδώσουν έργα δημιουργών που έχουν εξ ορισμού μεγάλο κοινό που θα μπορούσε να τους διαβάσει, όπως δημοσιογράφοι, ακαδημαϊκοί ή ακόμα και γόνοι παλαιότερων συγγραφέων.
Θα μου πεις, όλα αυτά είναι κακά; Όχι απαραίτητα, αλλά αν π.χ. κάποιος αναμασά ένα πολυπαιγμένο θέμα, όπως ο Εμφύλιος, με ένα «ποιητικό» ύφος κάπου κουράζει. Ή, για να σχολιάσω έργα που είναι μόνο ύφος και γλώσσα, εντάξει, ωραία τα λένε, αλλά για εμένα, σημασία έχει και το τι λένε, υπάρχει και η πλοκή. Και μπορεί οι εκδοτικοί οίκοι να είναι επιχειρήσεις που προσβλέπουν στο κέρδος, αλλά κάποια έργα που εκδίδονται μοιάζουν κυριολεκτικά με «αρπαχτές». Και όσο κι αν συμφωνώ ότι το ελληνικό αναγνωστικό κοινό δεν είναι ευρύ και οι οίκοι ανταγωνίζονται για κομμάτια από μια μικρή πίττα, αυτό δεν δικαιολογεί παρόμοιες πρακτικές.
Πιστεύεις ότι η αυτοέκδοση μπορεί να προωθήσει σωστά το έργο του συγγραφέα; Εσύ, γιατί διάλεξες αυτή την οδό;
Η πρώτη μου συνεργασία, όντας άσχετος με τον χώρο, ήταν με μικρό εκδοτικό οίκο μέσω «συνέκδοσης», από τον οποίο δεν είδα ποτέ εκκαθάριση. Επιπλέον, ενώ είχαμε υπογράψει συμφωνητικό για ένα δεύτερο έργο, χωρίς «συνέκδοση» αυτή τη φορά, μετά από μια σειρά αναβολών, δικαιολογιών και διαβεβαιώσεων τύπου «όπου να ’ναι προχωράμε», σταμάτησε να απαντά στο τηλέφωνο και φυσικά, το βιβλίο έμεινε τέσσερα χρόνια στα αζήτητα. Γενικά δεν έμεινα καθόλου ικανοποιημένος.
Η δεύτερη συνεργασία μου ήταν με μεγάλο οίκο, χωρίς χρηματική συμμετοχή. Όλα πήγαν καλά, μέχρι την έκδοση του βιβλίου, τον Φλεβάρη του 2020, λίγες βδομάδες πριν τον κόβιντ. Όπως καταλαβαίνεις, όλα πήγαν πίσω. Και ενώ μου είχαν ζητήσει να ετοιμάσω κι ένα δεύτερο βιβλίο, όταν τους το έστειλα, φθινόπωρο του 2020, ποτέ δεν μου απάντησαν αν τους ενδιέφερε να το βγάλουν. Νομίζω ότι επειδή το πρώτο δεν πήγε, από πλευράς πωλήσεων, όσο καλά περίμεναν, δεν είχαν σκοπό, παρά τον αρχικό ενθουσιασμό τους, να εκδώσουν το επόμενο, ωστόσο δεν μου το έλεγαν ευθέως, διότι προσδοκούσαν τη συμμετοχή μου σε προωθητικές εκδηλώσεις. Μέχρι που μου είχαν πει ότι ενδιαφέρονταν να συνεργαστώ μαζί τους στην αξιολόγηση έργων, τα οποία δεν είδα ποτέ στο mail μου. Και εκκαθάριση μου έκαναν μόνο για τον πρώτο χρόνο, μετά μου έστελναν κάποια ενημέρωση για τα αντίτυπα που πουλήθηκαν, αλλά κατάθεση στον λογαριασμό μου δεν ξανάδα. Σημείωσε ότι αυτό το βιβλίο πούλησε, επίσημα, πέντε φορές περισσότερα αντίτυπα σε σχέση με το προηγούμενο.
Όπως καταλαβαίνεις, επειδή κάνω το χόμπι μου και δεν ζω από τη συγγραφή, δεν χρειάζεται να στεναχωριέμαι συναναστρεφόμενος κακούς συνεργάτες. Σημείωσε ότι οι δυνατότητες προώθησης έργων από οίκους μικρού βεληνεκούς είναι πολύ περιορισμένες, συνήθως έχουν ταβάνι την πώληση 100-150 αντιτύπων, κυρίως μέσω παρουσιάσεων, ήτοι μέσω δικών σου γνωριμιών. Και επειδή τα πράγματα στην έκδοση είναι μετρημένα κουκιά, είδα ότι δεν ήταν δύσκολο να προχωρήσω, όχι σε αυτοέκδοση, αλλά σε ιδιωτική έκδοση. Αυτό σημαίνει ότι τα τέσσερα επόμενα βιβλία μου τα εξέδωσα ως ιδιώτης, χωρίς τη μεσολάβηση εκδοτικού οίκου (το NVBooks προέκυψε από το Nikos Vitoliotis Books), με μόνο στόχο να βγαίνουν τα έξοδα του τυπογραφείου. Ευτυχώς, έχω αποκτήσει ένα μικρό, αλλά σταθερό αναγνωστικό κοινό. Μάλιστα, στην avant-première παρουσίαση του Να μη χαθούμε, τούτη τη φορά, το βιβλίο διατέθηκε, σε όσους με τίμησαν με την παρουσία τους, σε συμβολική τιμή, ως ένα «ευχαριστώ» για τη στήριξη που μου έχουν δώσει.
Για να γίνω πιο σαφής, η προώθηση ενός έργου με αυτές τις συνθήκες έχει ταβάνι ανάλογο με αυτό που έχει η συνεργασία με κάποιον μικρό οίκο. Για τον λόγο αυτό και επειδή θα ήθελα κάποιο έργο μου να ξανάρθει σε επαφή με το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, δεν αποκλείω τη συνεργασία στο μέλλον με κάποιον μεγάλο οίκο, όμως αυτό είναι δύσκολο, έως αδύνατο. Και για να τα λέμε τα πράγματα όπως έχουν, όποτε έχω στείλει κάποιο έργο μου σε μεγάλο εκδοτικό, τις περισσότερες φορές δεν έχω λάβει καν απάντηση, ενώ στις μια δυο φορές που απάντησαν, ήταν μέσω ενός εντελώς τυποποιημένου mail. Ειλικρινά, δεν ξέρω αν δεν τους άρεσαν τα έργα μου ή απλά δεν διαβάστηκαν, αλλά έτσι είναι ο χώρος και δεν αλλάζει. Στο κάτω κάτω, αυτοί ξέρουν καλύτερα το αναγνωστικό κοινό και ίσως εκτιμούν ότι τα έργα μου δεν είναι για πολλά πολλά. Ας κρατήσουμε αισιόδοξη στάση, λέγοντας αυτό που λένε όλοι, ότι ένα καλό βιβλίο θα βρει κάποια στιγμή τον δρόμο του.
Θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας τους μελλοντικούς συγγραφικούς σου στόχους;
Αυτή τη στιγμή προέχει η έκδοση ενός μυθιστορήματος Φαντασίας, που έχω συγγράψει με τον Γιώργο Κλάγκο, έναν παιδικό μου φίλο που τυγχάνει συγγραφέας. Εδώ, λόγω της ύπαρξης δύο δημιουργών, είμαστε σε διαπραγματεύσεις με κάποιους εκδοτικούς οίκους, αλλά, ως συνήθως, δεν προχωράνε γρήγορα. Για τη συνέχεια, υπάρχει η προοπτική της έκδοσης του τρίτου βιβλίου του Τιμωρού και η ανάπτυξη δυο τριών ακόμα σχεδιασμάτων που περιμένουν στο συρτάρι. Να είμαστε καλά, πρώτα απ’ όλα και υλικό υπάρχει.
Αν είχες μια συμβουλή για τους νέους συγγραφείς, ποια θα ήταν αυτή;
Συμβουλές δίνουν οι δάσκαλοι και οι ιερείς κι εγώ δεν είμαι τίποτα από τα δύο. Απλά να πω ότι έχω διαβάσει αρκετά έργα από νέα παιδιά και παρατηρώ σημαντικό έλλειμα αναγνωστικών παραστάσεων και πραγματολογικών/εγκυκλοπαιδικών γνώσεων. Οπότε, καλό είναι ο κάθε συγγραφέας, πριν γράψει, να διαβάζει όσο περισσότερο μπορεί.
Στον πιο κάτω σύνδεσμο θα βρείτε κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία για τα έργα του Σπύρου Καλατζή, είτε ως Νίκος Βιτωλιώτης, είτε ως Χρήστος Σμυρναίος:
https://www.goodreads.com/author/show/18660671._Nikos_Vitoliotis_
