Γράφει η Μπαμπαούση Έλενα, @ithaca_bookodyssey
Μέρος Α’ Κώστας Καρυωτάκης
Και τι θα ήταν ο κόσμος δίχως όλους αυτούς που τον αισθάνθηκαν στο μέγιστο, με όλες τις αισθήσεις τους οξυμένες. Τι θα ήταν ο κόσμος χωρίς τον έρωτα ή χωρίς την ποίηση .Ευτυχώς δεν θα γνωρίσουμε έναν τέτοιον κόσμο, γιατί ο έρωτας είναι παντού γύρω μας και γιατί τέτοιοι άνθρωποι υπήρξαν και θα υπάρχουν. Όπως οι δυο αγαπημένοι ποιητές ,ο λόγος για τον Κώστα Καρυωτάκη και την Μαρία Πολυδούρη.
Έντονες και ξεχωριστές προσωπικότητες, εμβληματικές για την ποιητική γενιά του 1920. Ξεχώρισαν τόσο για την προσωπική τους ποίηση όσο και για τον ποιητικό μα συνάμα τραγικό τους έρωτα, δύο άνθρωποι που είχαν την τύχη να μοιραστούν από τα συναισθήματα το σπουδαιότερο και την ατυχία αυτό να τους αφήσει το αίσθημα του ανολοκλήρωτου.
Ο Κωνσταντίνος Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1896. Ο πατέρας του ήταν νομομηχανικός και χάρη του επαγγέλματος του η οικογένεια είχε ζήσει σε αρκετές πόλεις στη Ελλάδα. Ήταν αυστηρά μεγαλωμένος σε ένα περιβάλλον που θεωρούσε πολύ σημαντική την μόρφωση, ο ίδιος μιλάει άριστα γαλλικά ενώ γνωρίζει και την γερμανική γλώσσα. Τον Σεπτέμβριο του 1913 άρχισε να φοιτά στην νομική Αθηνών. Με την λήξη των σπουδών του και την λήψη πτυχίου, κατατάχθηκε στον στρατό. Κατόπιν θα πάρει αναρρωτική και θα εγγραφεί στη φιλοσοφική Αθηνών .Έχοντας την άδεια του δικηγόρου κρεμάει μια ταμπέλα έξω από το σπίτι του με τίτλο "Κ.Γ Καρυωτάκης Δικηγόρος", όμως δεν προσελκύει πελάτες. Το Φεβρουάριο 1920 θα στρατευθεί ξανά και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους θα απαλλαχθεί από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις για λόγους υγείας. Όσο αφορά τον υπαλληλικό του βίο ξεκινάει ως γραμματεύς Α’ στην νομαρχία Θεσσαλονίκης του υπουργείου εσωτερικών, θα εργαστεί στην Νομαρχία της Σύρου και της Άρτας ως την τελική του μετάθεση στην Νομαρχία της Πρέβεζας ,όπου και θα γνωρίσει την Μαρία Πολυδούρη.
Η Ελλάδα μέσα στην οποία μεγαλώνει ο ποιητής είναι η Ελλάδα του Μεσοπολέμου μετά την Μικρασιατική καταστροφή ,με την Μεγάλη Ιδέα να καταρρέει ,ένα πολιτικό σκηνικό ασταθές ,με στρατιωτικά πραξικοπήματα που πλήττουν την χώρα και κυβερνήσεις που εναλλάσσονται. Λέγοντας όλα αυτά δεν είναι παράξενη η απαισιοδοξία και η ματαιότητα που τον περιβάλλει και στα άνθρωπο αλλά και στα ποιήματα του. Ο Καρυωτάκης λοιπόν ,παρακολουθεί τις εξελίξεις αποτυπώνοντας την κριτική του με την πένα του. Αν έπρεπε να τον κατατάξουμε σε κάποια κατηγορία δεν θα ήταν αυτή του ερωτικού ποιητή , αλλά ένας κοινωνικο-πολιτικός ποιητής με έντονο το στοιχείο του θανάτου και της ειρωνείας. Δείχνει την αντιπάθεια και την δυσπιστία του απέναντι σε κάθε άνθρωπο ή ιδέα που υπόσχεται να σώσει την Ελλάδα ,είτε είναι από δεξιά είτε την αριστερή παράταξη.
Ακόμη περισσότερο αντιπαθεί όλες τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής του ακόμη και τους υπαλλήλους των γραφείων και ας ήταν και ο ίδιος μέρος τους. Παραθέτοντας από την ποιητική του συλλογή, Ελεγεία και Σάτιρες, το ποίημα Δημόσιοι υπάλληλοι, " Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν σαν στήλες δύο δύο μες στα γραφεία". Τους παρομοιάζει με μπαταρίες που χρησιμοποιούν όλη τους την ενέργεια και μετά είναι άχρηστες. Αλλά και η άποψη του για τις γυναίκες της εποχής του δεν είναι καλύτερη, τις χαρακτηρίζει "ανυποψίαστα μηδενικά πλάσματα και για αυτό προνομιούχα", αυτό γιατί δεν έχουν στόχους ή φιλοδοξίες ,είναι γυναίκες νύφες, ασχολούνται με τα του οίκου τους και για αυτό δεν αντιλαμβάνονται τις συμβάσεις στις οποίες έχουν υποταχθεί. Πέραν αυτών χαρακτηριστικό όπως είπαμε είναι και το χαρακτηριστικό του θανάτου στην ποίηση του και το βλέπουμε από το πρώτο του ποίημα με τίτλο Θάνατοι, " είναι κάποιοι άνθρωποι που την κακιαν ώρα την έχουν μέσα τους". Το ερωτικό στοιχείο το συναντάμε περισσότερο στα νεανικά του ποιήματα, τα οποία εικάζεται ότι απευθύνονταν σε ένα συγκεκριμένο ερωτικό υποκείμενο. Γράφει απαλλαγμένος από τα στενά όρια της παραδοσιακής ποίησης, χωρίς να τηρεί απαραίτητα το μέτρο με απλό λόγο, για αυτό είναι μεταιχμιακός ποιητής ανάμεσα στην νεωτερική και την μοντέρνα ποίηση.
Στην εργογραφία του συγκαταλέγεται η πρώτη του ποιητική συλλογή, το 1919, με τίτλο Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων, η δεύτερη του ποιητική συλλογή, το 1921, τα Νηπενθή και η Τρίτη και τελευταία του συλλογή το 1927, Ελεγεία και Σάτιρες. Έχει επίσης συνεργαστεί με περιοδικά και εφημερίδες, ενώ και ο ίδιος μαζί με τον Άρη Λεβέντη εξέδωσαν ένα σατιρικό εβδομαδιαίο περιοδικό, την Γάμπα, το οποίο κυκλοφόρησε μόλις για έξι τεύχη καθώς η αστυνομία το απαγόρευσε.
Στις 21 Ιουλίου 1928, αγοράζει ένα πιστόλι, κάθεται σε ένα παραλιακό καφενείο της Πρέβεζας, στην θέση βρυσούλα και γράφει την αποχαιρετιστήρια του επιστολή. Έπειτα ξαπλώνει κάτω από έναν ευκάλυπτο και σημαδεύει στην καρδιά. Το τέλος του μπορεί να ήρθε νωρίς, η παρουσία του όμως δεν σταμάτησε ποτέ να γίνεται αισθητή στους ποιητές και στους αναγνώστες.