Γράφει η Σιμέλα Θωίδη, @_xristof.simelina_
Πάντοτε ταλάνιζε τους εκπαιδευτικούς το ερώτημα του «Γιατί διδάσκω και τι καταφέρνω μέσα από αυτό;». Πολλές αξιοσημείωτες προσωπικότητες στο χώρο -όχι μόνο- της εκπαίδευσης, της φιλοσοφίας, της ανθρωπολογίας, της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας προσπάθησαν να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα. Οι πιο πολλές απαντήσεις διαδέχθηκαν η μία την άλλη και μέσω της αμφισβήτησης γρήγορα έχασαν το φως τους. Ωστόσο, η έρευνα αυτή και τα εσωτερικά ερωτήματα του καθενός ανθρώπου μάς οδήγησαν σε αυτό για το οποίο θα κάνουμε λόγο σε τούτο το άρθρο: Η αξία της Ερμηνευτικής.
Ξεκινώντας να αναφέρω πως σε αυτή τη σύντομη αναφορά μου θα επικεντρωθώ στις ανθρωπιστικές επιστήμες και κυρίως στη διδαχή των λογοτεχνικών κειμένων, ένα μάθημα που προκαλεί ανά τα χρόνια εξαιρετική αστάθεια και αμηχανία στους μαθητές. Η ασάφεια και οι κρυμμένοι πόροι του νοήματος του πολλές φορές οδηγούν ακόμα και τους ίδιους του ερευνητές σε ένα σχοινί ακροβασίας. Η ψυχοσύνθεση του συγγραφέως, τα βιώματα του αναγνώστη, η πεζή αλλά και η λυρική γραφή του κειμένου, όλα αποτελούν κόκκους της πολύχρωμης παλέτας του έργου. Η πένα άλλωστε ξεκινά το ταξίδι της και τελειώνει το καθήκον της μόλις οι λέξεις της κολλήσουν στις στενές ενώσεις του ανθρώπινου εγκεφάλου.
Εμβαθύνοντας στο μεγάλο και σπουδαίο κεφάλαιο, που τιτλοφορείται ως «Ερμηνευτική» αξίζει να σημειώσω τους λόγους, για τους οποίους επέλεξα να παιδεύσω το μυαλό μου με αυτή. Η Ερμηνευτική πιστεύω πως είναι κάτι περισσότερο από μια «πρακτική». Το κείμενο είναι ένας ζωντανός οργανισμός, ένα στόμα, που δεν σταματάει να φλυαρεί. Η λογοτεχνία είναι ένα ζήτημα καρδιάς, μια κατάθεση ψυχής μορφοποιημένη. Θα έλεγα – ίσως κάτι παραπάνω από τέχνη ή κάτι που τη διαπερνά. Επομένως, ως φιλόλογος και ως επιστήμονας που σέβεται την επιστήμη του, θεώρησα δεδομένη την ενασχόληση μου με το «ξεκοκάλισμα» των κειμένων. Μπροστά μου βρισκόταν ένας αχανής χάρτης και εγώ τράβηξα πλώρη για να τον διασχίσω. Πώς προσεγγίζεται λοιπόν το κείμενο; Οι τρεις μεγάλες προσεγγίσεις του κειμένου είναι οι εξής:
Α) Εξωκειμενική – Ιστορικοφιλολογική: η προσήλωση δηλαδή, στα εξωκειμενικά στοιχεία, για παράδειγμα οι ιστορικές συνθήκες, η ζωή του ποιητή και άλλα
Β) Ενδοκειμενική: δηλαδή η οργάνωση και τα ίδια τα εσωτερικά στοιχεία του κειμένου, όπως οι μεταφορές και τα διάφορα σχήματα λόγοι, καθώς και η δομή του κειμένου
Γ) Αναγνωστικές θεωρίες: οι οποίες και συνεισφέρουν στην ουσία του κειμένου ανάλογα με το πως προσλαμβάνεται και με το πως χρωματίζεται το νόημα του
Και στις τρεις αυτές κυρίαρχες προσεγγίσεις απαντά εν μέρη η Ερμηνευτική μέθοδος. Η προηγούμενη βασίζεται μέσα στη διαλεκτική σχέση του βέβαιου με το αβέβαιο, σχέση την οποία συναντάμε στα λογοτεχνικά κείμενα, στις πηγές και σε κάθε κειμενικό δείγμα που χαρακτηρίζεται από απροσδιοριστία νοήματος. Ο στόχος της είναι να κινητοποιηθεί ο εσωτερικός μας κόσμος, να ξυπνήσουν αναμνήσεις μας και να κυριεύσουν τα συναισθηματικά μας ένστικτα με σκοπό την υποσυνείδητη εξήγηση του λογοτεχνικού κειμένου.
Προχωρώντας ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκδοχές της Ερμηνευτικής. Συναντώνται δύο εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, αλλά εξίσου ισοδύναμες. Οι εκδοχές της Ερμηνευτικής είναι σημαντικές, διότι μέσω αυτών μπορούμε να κατανοήσουμε την εξέλιξη της σκέψης των ανθρώπων απέναντι στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι και τις διάφορες ιστορικό-κοινωνικές συνθήκες που διαμόρφωσαν τις εκδοχές αυτές με το περιεχόμενο που έχουν.
Α) Εναισθητική Ερμηνευτική: βασικά χαρακτηριστικά της είναι η κατανόηση και η ανασύσταση του βιώματος και της πρόθεσης του δημιουργού. Απόρροια αυτού είναι το να οδηγούμαστε σε ένα νόημα μοναδικό και αδιαμφισβήτητο, καθώς ο αναγνώστης προσπαθεί να δώσει το νόημα με όλου του τύπου τα μέσα.
Β) Νεότερη (Κειμενοκεντρική) Ερμηνευτική: πρόκειται για την κατανόηση των εναπομεινάντων στο κείμενο καταλοίπων της πρόθεσης. Με άλλα λόγια, ο αναγνώστης αποδίδει στο κείμενο νόημα με βάση των κειμενικών δεικτών, αλλά και με βάση τη δική του προσωπική πρόσληψη.
Ταυτόχρονα, πιστεύω πως είναι άξιος αναφοράς ο ίδιος ο Ερμηνευτικός Κύκλος, τον οποίο και χρησιμοποιούν πολλοί από τους καθηγητές φιλολογικών μαθημάτων στις έρευνες τους. Η σημασία του πρέπει να υπογραμμιστεί διπλά και για να τον κατανοήσουμε καλύτερα θα χρειαστεί να έχουμε ως γνώμονα στο μυαλό μας το βασικό στόχο της ερμηνευτικής, δηλαδή η ανάδειξη της σχέσης «μορφής – περιεχομένου». Πιο συγκεκριμένα λοιπόν, τα στάδια του είναι τρία:
Α) ΌΛΟΝ: πρόκειται για τη συνολική προσέγγιση της αίσθησης που αφήνει ένα κείμενο. Σε αυτό το επίπεδο μιλάμε καθαρά για την πρώτη ανάγνωση του κειμένου, την πρώτη επαφή μας με το έργο και τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τους παραλληλισμούς που μας δημιούργησε
Β) ΜΈΡΗ: σε αυτό το μέρος, το οποίο και είναι κομβικής σημασίας, κάνουμε λόγο για τους συσχετισμούς των κειμενικών στοιχείων, που παράγουν τις ερμηνευτικές υποθέσεις. Η σημασία των υποθέσεων σε ένα καθοδηγούμενο πλαίσιο αποτελεί όλη τη βασική δουλεία που μπορεί να γίνει από τον αναγνώστη επάνω στο κείμενο σχετικά με τον κλάδο της Ερμηνευτικής
Γ) ΌΛΟΝ: επιστροφή στην ολότητα λοιπόν, μέσω μιας πιο ώριμης ματιάς, μέσω μιας εξήγησης που πλησιάζει – σχεδόν αγγίζει κάποιες φορές- τα κίνητρα του κειμένου και του συγγραφέως- αντιστοίχως και στην ποίηση φυσικά
Κλείνοντας, πρωτίστως ελπίζω να σας ενέπνευσα να ασχοληθείτε με τη λογοτεχνία και δευτερευόντως εύχομαι να κατάφερα να εισχωρήσω μέσα στις πολύπλοκες σκέψεις σας αφήνοντας το δικό μου μικρό λιθαράκι. Η λογοτεχνία θα είναι πάντα εκεί για τον άνθρωπο, αρκεί εκείνος να τη φωνάξει κοντά του.
Βιβλιογραφία
Hans-Georg Gadamer – Truth and Method (1960, γερμ. Wahrheit und Methode)
Paul Ricoeur – Interpretation Theory: Discourse and the Surplus of Meaning (1976)