Γράφει η Έλενα Μπαμπαούση, @ithaca_bookodyssey
Μέρος Β’ Μαρία Πολυδούρη
Γεννημένη την 1η Απριλίου 1902 στην Μικρομάνη Μεσσηνίας. Ο πατέρας της Ευγένιος Πολυδούρης ήταν φιλόλογος και η μητέρα της Κυριακή Μαρκάτου, μια γυναίκα χειραφετημένη με προοδευτικές απόψεις. Το οικογενειακό της περιβάλλον δικαιολογεί τα θεμέλια που τέθηκαν για την προσωπικότητα της και από μικρή να μην ταιριάζει στα στεγανά της πατριαρχικής κοινωνίας. Διέφερε σε συνήθειες από αυτές που ‘’αναλογούσαν’’ στις γυναίκες. Σύχναζε στα καφενεία, κάπνιζε, έκανε παρέα με άντρες, χόρευε, έβγαινε διασκεδάζοντας μέχρι αργά.
Ανέκαθεν φιλομαθής, ρομαντική και ονειροπόλα ξεκινάει γράφοντας τα ποιήματα της σε ένα μεταξωτό μπλε τετράδιο με μαργαρίτες, από τις οποίες η άτυπη αυτή ποιητική συλλογή πήρε το όνομα της. Ωστόσο η συλλογή αυτή δεν έχει διασωθεί.
Η νεαρή Μαρία είχε επηρεαστεί από τα μανιάτικα τραγούδια και μοιρολόγια, όπως φαίνεται και από το πρώτο της πεζοτράγουδο με τίτλο, “ο πόνος της μάνας”. Συνήθιζε να παρακολουθεί κηδείες γυρνώντας αργά στο σπίτι με πρησμένα μάτια, αυτός ο πόνος, η θλίψη αντανακλάται και στην ποίηση της. Ωστόσο τον θάνατο δεν τον βίωσε μόνο σαν εξωτερική παρατηρήτρια, βιώνει τον θάνατο στην ίδια της την οικογένεια καθώς χάνει δυο αδέλφια της που ήταν σε νηπιακή ηλικία. Ενώ στην νεαρή ηλικία των 18 ετών χάνει και τους δύο της γονείς, πρώτα τον πατέρα της και έπειτα από σαράντα μέρες την μητέρα της.
Το 1921 μετατίθεται στην Νομαρχία Αθηνών ενώ παράλληλα εγγράφεται στην ανδροκρατούμενη για την εποχή, νομική σχολή. Παράλληλα εκείνη την περίοδο παίρνει μετάθεση στην ίδια νομαρχία και ο ποιητής Κωνσταντίνος Καρυωτάκης, εκεί γίνεται και η πρώτη τους γνωριμία. Μετά την σύντομη σχέση των ποιητών και το μεγάλο “όχι” του Καρυωτάκη στην πρόταση γάμου της Πολυδούρη, η ποιήτρια αρχίζει να χάνει την λάμψη και την χαρά που αντλούσε από αυτή την σχέση. Με τον οριστικό τους χωρισμό είναι ασυνεπής τόσο στην δουλειά της όσο και στην σχολή της, με αποτέλεσμα να χάσει την δουλειά της στο δημόσιο και να εγκαταλείψει την νομική.
Αποφασίζει να ασχοληθεί με το θέατρο, φοιτά στην δραματική σχολή του εθνικού θεάτρου και έπειτα στην σχολή Κουνελάκη. Παράλληλα αρραβωνιάζεται με τον δικηγόρο Αριστοτέλη Γεωργίου. Ενώ μετά από λίγο καιρό θα λάβει μέρος στην παράσταση Κουρελάκι του Νικοντέμι. Ο αρραβώνας της διαλύεται σύντομα και φεύγει για το Παρίσι. Εκεί προσπαθώντας να βρει τρόπο να βιοποριστεί αποφασίζει να σπουδάσει υψηλή ραπτική με την προοπτική να βρει ύστερα εργασία.
Τελικά παίρνει πτυχίο από την σχολή Pigier. Δυστυχώς όμως τα νέα για την υγεία της είναι δυσάρεστα καθώς προσβάλλεται από φυματίωση. Στο νοσοκομείο στο οποίο νοσηλεύεται της προτείνουν να επιστρέψει στην Ελλάδα. Πράγματι επιστρέφει για να νοσηλευτεί στο Σωτηρία και εκεί μαθαίνει για τον χαμό του πολυαγαπημένου της Καρυωτάκη.
Όσον αφορά την ποίηση της, από τα στοιχεία που ασχολείται επικρατέστερα είναι το ερωτικό και το στοιχείο του θανάτου. Ο έρωτας είναι συνυφασμένος με την ίδια την ζωή, νοηματοδοτεί την ίδια της την ύπαρξη. Ενώ το στοιχείο του θανάτου είναι κάτι που έχει βιώσει πολύ και από πολύ μικρή ηλικία, είναι μέρος της ζωής της, των βιωμάτων της και δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από την ποίηση της. Η Μαρία έγραφε με πάθος για όλα της τα συναισθήματα, τα ποιήματα της αντικατοπτρίζουν τον δικό της συναισθηματικό κόσμο, δοσμένο μέσα από ένα απλό, καθημερινό λεξιλόγιο. Από τον έρωτα της για τον Καρυωτάκη έως την πίκρα της χαμένης της υγείας, από την ζωή στον θάνατο, όλα βρίσκονται μέσα στις λέξεις της. Διαβάζοντας τα ποιήματα της νιώθεις πως κρυφά έχεις ανοίξει το ημερολόγιο της, χάρη στην αυτοαναφορικότητα της τα ποιήματα της χαρακτηρίζονται και ποιήματα ποιητικής.
Ποίημα της δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 1922 στο περιοδικό Παιδική χαρά. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους το ποίημα της “Σαν πεθάνω”, το οποίο δημοσιεύθηκε το περιοδικό Έσπερος της ανοίγει την πόρτα για τους ποιητικούς κύκλους. Έπειτα δημοσιεύει και άλλα τρία ποιήματα και για έξι ολόκληρα χρόνια χάνεται από το προσκήνιο, πιθανόν λόγω του χωρισμού της από τον Καρυωτάκη, κατόπιν του αρραβώνα της και τη ζωή της στο Παρίσι.
Προσπάθησε να γράψει ένα μυθιστόρημα το οποίο παρέμεινε ανέκδοτο. Με την ποίηση ασχολήθηκε εντονότερα μετά τον θάνατο του ποιητή. Η πρώτη της ποιητική συλλογή κυκλοφόρησε το 1928 με τίτλο “Οι Τρίλιες που σβήνουν”. Έναν χρόνο αργότερα δημοσιεύεται η δεύτερη της συλλογή “Ηχώ στο Χάος”, την οποία είχε γράψει στο Σωτηρία. Η εργογραφία της δεν σταματά σε αυτές τις δύο ποιητικές συλλογές καθώς όπως το μυθιστόρημα της έτσι και άλλα της έργα παρέμειναν ανέκδοτα ή δημοσιευμένα σε περιοδικά και εφημερίδες που πλέον δεν είναι εύκολο να ανακτηθούν.
Η φυματίωση σιγά-σιγά την καταβάλει και, αν και μέχρι σήμερα δεν έχει επιβεβαιωθεί, λέγεται ότι ζήτησε από κάποιον φίλο της να της χορηγήσει ενέσιμη μορφίνη. Έτσι τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου το άστρο της ζωής της σβήνει για να φωτίζει αιώνια το ποιητικό της άστρο.