Γράφει η Σιμέλα Θωίδη, @_xristof.simelina_/ @_vivliothiki_
Είναι γνωστό πως κάθε μορφή τέχνης γεννιέται και εξελίσσεται ταυτόχρονα με την ύπαρξη του ανθρώπου. Η σχέση μεταξύ τους είναι άρρηκτα συνδεδεμένη. Με άλλα λόγια η τέχνη δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τον άνθρωπο, αλλά φυσικά και το αντίθετο. Ταξιδεύοντας στην μακρινή μας Ιαπωνία συναντάμε ένα είδος τέχνης, μια μορφή γραφής, τα λεγόμενα manga, τα οποία γεννήθηκαν στους κόλπους της και πλέον αποτελούν ένα από τα σήματα κατατεθέν της.
Πρωτίστως, βρίσκω σημαντικό να κάνω μια παύση και να αναφέρω μερικά στοιχεία, που θα φωτίσουν τον όρο “manga”. Αρχικά, ο όρος αυτός για τους Ιάπωνες δεν αντιπροσωπεύει τίποτα περισσότερο από τα κόμικς, είτε αυτά είναι εγχώρια είτε εισαγόμενα στην κοινωνία τους (για αυτό και “manga” σημαίνει “κόμικς”). Παρόλα αυτά, για όλο τον υπόλοιπο κόσμο τα manga είναι τα ιαπωνικά περιοδικά.
Η ύπαρξη τους οφείλεται στο σμίξιμο Ukiyo-e (παραδοσιακή ιαπωνική τεχνοτροπία) και δυτικής τεχνοτροπίας. Συγκεκριμένα, η Δύση έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση ακόμα και της υπόθεσης των manga. Μάλιστα, οι εμπορικές επαφές της χώρας με τις ΗΠΑ ήταν η αφορμή και η αιτία να αναζητήσει η πρώτη τον εκσυγχρονισμό της. Αυτό συνέβη και με την εισαγωγή καλλιτεχνών της Δύσης, οι οποίοι δίδαξαν διάφορες άγνωστες στην Ukiyo-e έννοιες. Ενδεικτικά αναφέρω τις εξής: μορφή, χρώμα και γραμμή. Με τη σημερινή τους μορφή εμφανίζονται για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε ήταν η καταλληλότερη περίοδος, διότι είχε πλέον πάψει να υπάρχει η απαγόρευση για οποιαδήποτε μορφή μη προπαγανδιστική. Στην Ιαπωνία τα manga αποτελούν ένα είδος λαϊκής παραγωγής και φυσικά ένα μέρος της λαϊκής κουλτούρας τους. Σε γενικά πλαίσια δεν υπάρχει κάποιος νόμος που να ορίζει και να καθορίζει την μορφή τους, ωστόσο σε σημαντικό βαθμό δεν επιτρέπονται -έστω και άτυπα- απρεπή στοιχεία.
Σχετικά με τη μορφή των manga το μέγεθος τους ξεκινά από 200 σελίδες μέχρι και 850 σελίδες. Κατά κύριο λόγο κάθε σειρά σε κάθε τεύχος λαμβάνει την έκταση των είκοσι με σαράντα σελίδων, ενώ η ανάγνωση τους ξεκινά από το τέλος προς την αρχή. Η ποιότητα του χαρτιού που χρησιμοποιείται είναι χαμηλή, πολλές φορές είναι η ίδια με εκείνο της εφημερίδας. Κάποιες φορές μπορεί να περιέχουν αυτοτελείς ιστορίες αν και κατά κύριο λόγο πρόκειται για συνέχειες μιας ιστορίας. Συχνό είναι επίσης κάποιοι εν δυνάμει δημιουργοί να δημοσιεύουν τις δικές τους ιδέες προκειμένου να αναγνωριστούν. Εάν κάποια manga έχουν μεγάλη ιστορία που συνεχίζεται για πολύ καιρό, τότε μπορεί η ιστορία να εκδοθεί σε τόμους, τους λεγόμενους tankobon. Γενικότερα, τα manga χωρίζονται σε κατηγορίες ανάλογα με το φύλο και την ηλικία των αναγνωστών. Εδώ, θα ήθελα να σημειώσω ότι δεν είναι λίγα εκείνα τα manga, τα οποία με το πέρασμα του χρόνου και λόγω της επιτυχίας τους ανάμεσα στους αναγνώστες, μπορούν να περάσουν και στην οθόνη με την μορφή των anime, που ουσιαστικά δεν είναι τίποτα παραπάνω από κινούμενα σχέδια συγκεκριμένης τεχνοτροπίας.
Τα manga, ως μορφής τέχνης, αντικατοπτρίζουν την ιαπωνική κουλτούρα και κοινωνία μέρος της οποία είναι και οι θεοί Shinigami. Οι Shinigami, δηλαδή οι προσωποποιήσεις του θανάτου, θεοί του θανάτου, εμφανίζονται για πρώτη φορά ως όρος στα έργα της ιαπωνικής κλασσικής λογοτεχνίας στα μέσα της περιόδου Έντο, δηλαδή την περίοδο 1603-1868, κατά την οποία υπήρξε έντονη αλληλεπίδραση του ανατολικού με τον δυτικό πολιτισμό (Έντο ήταν το προηγούμενο όνομα της πρωτεύουσας της Ιαπωνίας, του Τόκυο). Ένα παράδειγμα είναι το έργο “Οι αυτοκτονικοί εραστές του Σονεζάκι”.
Η ονομασία τους προέρχεται από δύο λέξεις: τη λέξη “shi” που σημαίνει “θάνατος” και τη λέξη “kami”, δηλαδή “πνεύμα”. Ωστόσο, υπάρχει και μια άλλη θεωρία, που υποστηρίζει ότι το όνομα τους προέρχεται από ήρωες της κλασσικής ιαπωνικής μυθολογίας, που μοιάζουν ή έχουν ως θέμα τους τον θάνατο. Τέτοια έργα είναι το “Shinchuu Nimai Soushi” και το “Shinchuuha ha koori no Sakujitsu”. Οι Shinigami αποτελούν σχετικά πρόσφατες μορφές της ιαπωνικής μυθολογίας, καθώς εμφανίστηκαν περίπου τον 18ο αιώνα - 19ο αιώνα. Αξιοσημείωτο είναι πως δεν έχουν συγκεκριμένη εμφάνιση ή ρόλο. Θυμίζουν τέρατα, αλλά αυτή η άποψη δεν είναι σίγουρη. Κάποιες φορές έχουν σετ ρούχων ή ό,τι απέμεινε από αυτό.
Η παλαιότερη χρήση της λέξης Shinigami συναντάται στο θεατρικό έργο του Chikamatsu Monzaemon με τίτλο “Οι αυτοκτονίες αγάπης στην Amijima”. Η δεύτερη παλαιότερη χρήση της λέξης Shinigami συναντάται στο διήγημα του Shunsensai Takehara “Ehon Hyaku Monogatari”, όπου ένα ανθρώπινο φάντασμα βάζει την ιδέα της αυτοκτονίας στο μυαλό των ανθρώπων. Μέσα σε όλα αυτά αξίζει να σημειωθεί ότι οι σύγχρονοι μυθογράφοι δεν υποστηρίζουν τίποτα άλλο πέρα από το ότι οι Shinigami είναι μια ιαπωνική προσαρμογή του Χάρου, επειδή η ιδέα του και η εικονογράφηση του εισάγεται στην Ιαπωνία την περίοδο μεταξύ 1868-1912.
Κλείνοντας λοιπόν αυτό το άρθρο, ευελπιστώ, ότι κατάφερα να προσφέρω μια πρώτη εικόνα του πιο ξεχωριστού -αν όχι αυστηρά του μόνου ξεχωριστού- είδους της ιαπωνικής λογοτεχνικής παραγωγής, ενώ παράλληλα να άφησα ένα αποτύπωμα του πως η κουλτούρα της Ιαπωνίας επηρεάζει τη θεματολογία των manga. Οι ανησυχίες, ο τρόπος σκέψης και θέασης της ζωής μέσω της ηθικής παίζουν κομβικό ρόλο στην καθιέρωση κάποιων από αυτά ως “κλασικά” και ευρέως αναγνωρίσιμα. Το δίπολο “ζωή – θάνατος” πάντα θα απασχολεί τον άνθρωπο. Επομένως, είναι απολύτως λογική η δημιουργία θεοτήτων και ιστοριών με ανθρώπινα χαρακτηριστικά και στοιχεία, στους ώμους των οποίων χτίζονται αριστουργήματα λογοτεχνίας.