Γράφει η _xristof.simelina_ / _vivliothiki_
Ο Υπαρξισμός (20ος αιώνας) είναι τρόπος προσέγγισης της ζωής, ενώ στη λογοτεχνία χρησιμοποιείται ως ένας τρόπος συμβολισμού της ζωής. Η προσέγγιση της λογοτεχνίας ισοδυναμεί με εκείνη της ζωής. Η υπαρξιστική οπτική δεν χαρακτηρίζεται από δογματισμούς, στερεότυπα. Την συναντάμε πολύ έντονα σε σπουδαίους συγγραφείς, όπως ο Kafka και ο Camus, σε επιστημονικά περιοδικά σχετικά με τη λογοτεχνία και στις πρόσφατες μεταφράσεις έργων. Είναι μια επαναστατική αντίδραση. Αποτελεί σύμπτωμα της δυσφορίας του ανθρώπου στον μεταπολεμικό κόσμο.
Πρέπει αναλυτικότερα να οραματιστούμε την σχεδόν ολοκληρωτική κατεδάφιση της ευρωπαϊκής ζωής και του πολιτισμού στην ηθική και κοινωνική σημασία τους παρά στη φυσική και οικονομική έννοια τους για να κατανοήσουμε τη λαχτάρα των εθνών. Εδώ, ο υπαρξισμός είναι ελκυστικός, επειδή καταργεί κάθε είδους ψεύδος και πρόσχημα. Επειδή καταλήγει στην εμπειρία μιας ορμητικά εξελισσόμενης ζωής, μιας και προσφέρει μια ρεαλιστική προσέγγιση. Οι ολοκληρωτικές αλλαγές γίνανε κατά την περίοδο του χρόνου και έτσι ξεκίνησε ένα αντίθετο κίνημα, μια προσπάθεια να ξεφύγει κανείς από τη δίνη της μοίρας.
Ο Υπαρξισμός δεν είναι μια καινούρια προσέγγιση. Ήδη ο Kierkegaard έγραφε το αποκαλυπτικό του έργο, που ήταν το πρώτο που χρησιμοποίησε τις λέξεις "υπάρχω" και "ύπαρξη" με τη συγκεκριμένη έννοια συνδεόμενος με τον Σωκράτη, τον πατέρα της ηθικής φιλοσοφίας, και με τα υπαρξιστικά χαρακτηριστικά σκέψης, που είναι διακριτά στους Blaise Pascal, Hamann, Lessing και άλλους. Επηρεάστηκε από τον μυστικισμό του Jakob Böhme και την έννοια της “Eσωτερικής Ιδεολογίας”, που ανέπτυξαν κάποιοι από τους Γερμανούς Ρομαντιστές. Στοιχεία του Υπαρξισμού συναντάμε σε πολύ διαφορετικές προσωπικότητες, όπως ο Nietzsche, ο Wilhelm, ο Dilthey, ο Bergson, ο Sartre, στους Gabriel Marcel και Martin Buber. Η σύνδεση παρά την όποια παραδοξότητα εκ πρώτης όψεως βρίσκεται στα κοινά σημεία μεταξύ πιστών – απίστων. Αυτό προηγείται της αφηρημένης εμπειρίας, της γνώσης. Θέτει την αμφισβήτηση μιας τάξης αναφοράς μεταφυσικού τύπου, στην οποία τελικά θα πρέπει να μετατοπιστούν όλες αυτές οι αναζητήσεις. Μόνο όταν οι προηγούμενες έχουν γίνει ιστορικές, αντιτίθεται.
Ο Kierkegaard θεωρούσε ότι η ύπαρξη είναι η πρόκληση, η απόφαση, το «να υπάρχεις», άρα και το να αναλαμβάνεις χιλιάδες ευθύνες. Ο Sartre και ο Kierkegaard υποστήριζαν ότι το να ζεις ισούται με το να αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου στο Εδώ και Τώρα. Η ύπαρξη προηγείται της ουσίας, γιατί η δεύτερη είναι μια απλή θεωρία όσο καθολική κι αν φαίνεται.
Ο Faust πίστευε ότι ο πειρασμός είναι η ευθύνη ενώπιον του εαυτού μας κι ότι η ευθύνη είναι ρύθμιση κι άρα φόβος και πανικός του παράλογου χάους. Αντίθετα, η άγνοια είναι η θρησκευτική και ηθική δύναμη, που βιώνεται στα βάθη του υποσυνειδήτου. Ποιος όμως ορίζει ουσιαστικά το ποια είναι η ευθύνη μας; Η εσωτερική φωνή που πηγάζει από τα τη βαθιά επίγνωση της ετερότητας γύρω μας και που ορίζει τις ζωές μας. Ο Sartre ξεκαθάρισε, πως για να επιλέξει κανείς σωστά, πρέπει να επιλέξει με φόβο. Όλες οι υπαρξιακές αλήθειες είναι εγγενώς υποκειμενικές. Η αλήθεια είναι υποκειμενικότητα με βάση τον Kierkegaard. Είναι ό,τι πιστεύουμε αληθινά από πρώτο χέρι.
Ο Sartre τόνισε πως ο άνθρωπος με την ύπαρξη του επιβεβαιώνει τον εαυτό του στην ελευθερία κι άρα η προηγούμενη είναι μια δέσμευση, διότι ζούμε σε έναν κόσμο δράσης που πρέπει να προβάλλομε τον εαυτό μας αδιάκοπα. Ο Kierkegaard σημείωσε πως η ύπαρξη ισούται με τη συνεχή προσπάθεια. Είναι η εσωτερική εμπειρία της ευθύνης πριν από το μέλλον, πριν από το άπειρο.
Σύμφωνα με τον Υπαρξισμό, η “Θεσμοκρατία” ή “Παραδοσιοκρατία” είναι ό,τι μας έρχεται και επιβάλλεται από έξω από εμάς, δηλαδή από δεύτερο χέρι (πχ οικογένεια, κοινωνία). Δεν υπάρχει τίποτα που να μας εμποδίζει να επιλέξουμε με υπαρξιακή ελευθερία οποιαδήποτε από τις παραδόσεις και αν μπορούμε γνήσια, ειλικρινά και αυθεντικά να ταυτιστούμε με αυτές. Πολλές από αυτές θα καταρρεύσουν αν δεν το κάνουμε. Η ύπαρξη προηγείται της ουσίας, δεν την αποκλείει. Δεν απορρίπτει ο υπαρξιστής την ανθρωπότητα, απλά επανεξετάζει τις αξίες. Γιατί από την άλλη, υπάρχουν τάσεις, που αρπάζουν το άτομο πριν καταλάβει, ότι μπορεί να σκεφτεί (πχ αυταρχισμός, ολοκληρωτισμός). Για να ανακαλύψει και να επιλέξει ο άνθρωπος τον εαυτό του, πρέπει να βρίσκεται σε μια υπαρξιακή κατάσταση, αφού πλέον ο πόλεμος κάθε είδους στις βιομηχανικές κοινωνίες κι έπειτα, έχει φέρει κοντά τον άνθρωπο στον κυνισμό, τον φόβο, την απελπισία και τη μελαγχολία. Ο Sartre θεωρεί τον υπαρξισμό ως έναν άλλο ουμανισμό. Εκείνος και οι γύρω του για να μετατρέψουν τη σκέψη σε δράση, στρέφονται στο δράμα και το μυθιστόρημα. Ο Kierkegaard καταδικάζει τον ποιητή, όπως και ο Πλάτωνας και μεταφέρει το μήνυμα του μέσω της έμμεσης επικοινωνίας. Εδώ θα πατήσει μεταγενέστερα το δράμα και το μυθιστόρημα. Αυτό, που πραγματικά επινόησε, ήταν η «υπαρξιακή κατάσταση», όπου το άτομο αναγκάζεται να λάβει σοβαρά υπόψη του την πραγματικότητα του εκάστοτε εαυτού του.
Η λογοτεχνία πρέπει να αποδεχτεί την υποχρέωση της να ερμηνεύσει τη ζωή, όπως τη συναντάμε στην εποχή μας, στην ακατέργαστη μορφή της που πρέπει να κατακτηθεί. Ο Υπαρξισμός παίρνει τα χρώματα του ακτιβισμού. Ο συγγραφέας έχει ως χρέος την παρουσίαση των γεγονότων, που με “έμμεση επικοινωνία”, δηλαδή καλλιτεχνικά, θα επιτρέψει να βρούμε τον δρόμο μας μέσα στο χάος του σύγχρονου κόσμου, ο καθένας μόνος. Ο Sartre συμπληρώνει, ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτό, που είμαστε, ο καθένας μας με το δικό του βάρος. Δεν υπάρχει έκκληση για θυσία για το κοινό καλό, αλλά ανάγκη να επιλέγει καθένας τον εαυτό του με καλή πίστη ως σύμβολο της ανθρωπότητας επιβεβαιώνοντας την ως απόλυτη αξία.
Ο Ibsen έκανε λόγο για το “Όλα ή Τίποτα” και ο Kierkegaard για το “Είτε – Είτε” μιλώντας την ίδια γλώσσα ουσιαστικά. O πρώτος έκανε επίθεση στον δεύτερο θεωρώντας πως, για να χτυπήσει κανείς τους κοινωνικούς πυλώνες, πρέπει πρώτα να χτυπηθεί ο Χριστιανισμός. Το κοινό τους σημείο είναι το πάθος τους για καμία απάτη, δολιοφθορά και ειλικρίνεια σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις – ιδιαίτερα στην αγάπη και στον γάμο- και σε θέματα προσωπικής θρησκείας.
Κλείνοντας, η υπαρξιστική επιρροή στη λογοτεχνία δεν χρειάζεται εξωφρενικές καταστάσεις στην πλοκή. Το πιο απλό παράδειγμα είναι “Ο εχθρός του λαού” του Ibsen. Το δράμα ως είδος απαιτεί την υπαρξιακή προσέγγιση, γιατί βασίζεται στη σύγκρουση και στις λύσεις, που με τη σειρά τους στηρίζονται στην υπαρξιακή ευθύνη. Εδώ κρίνεται το καλό δράμα, όπως ο “Άμλετ” του Shakespeare.