Γράφει η Ερμιόνη Κοσκινά, @koski_er
Στον Γιάννη, που μου θύμισε την γοητεία του Σολωμού — έστω κι αν το έκανε με ένα αθώο ψέμα.
Ο Διονύσιος Σολωμός, μορφή κεντρική στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ποίησης, παραμένει μια ιδιάζουσα φυσιογνωμία των ελληνικών γραμμάτων. Η ποίησή του φτάνει ως εμάς αποσπασματική, έργο ζωής συνεχώς υπό κατεργασία, που δεν αποζητούσε το κλείσιμο, αλλά την εσωτερική πληρότητα. Το εθνικό του ανάστημα —ο ποιητής του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν»— συχνά σκιάζει το προσωπικό του ύφος, την αθόρυβη εργασία πάνω στη γλώσσα και τον στίχο. Η πραγματική του προσφορά στην ποίηση είναι λιγότερο η θεματική επιλογή και περισσότερο η ποιητική συνείδηση, η επιμονή στη μορφή, η πίστη στην καλλιτεχνική επεξεργασία.
Ο Σολωμός, επηρεασμένος από τον ιταλικό κλασικισμό και κυρίως από τον δάσκαλό του Ούγκο Φώσκολο, επέλεξε να γράψει στα ελληνικά όταν επέστρεψε από την Ιταλία. Η στροφή του προς τη δημοτική γλώσσα υπήρξε συνειδητή και σταδιακή. Η γλώσσα του όμως δεν ήταν απλώς “λαϊκή”· ήταν αποτέλεσμα επιλογής, σύνθεσης και πολλαπλών δοκιμών. Όπως λέγεται, άλλωστε, ο Σολωμός κατέγραφε λέξεις που άκουγε στα σοκάκια της Επτανήσου —εκφράσεις, εικόνες, ρυθμούς του επτανησιακού ιδιώματος— και τις υπέβαλλε σε αυστηρή επεξεργασία. Δεν αντιγράφει τον ζωντανό λόγο· τον αναπλάθει ποιητικά.
Η χρήση της γλώσσας στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» και στο «Κρητικό» φανερώνει μια τέχνη ώριμη και εσωτερικά στοχαστική. Ο στίχος «Αλαφροΐσκιωτε καλέ, γιά πες απόψε τί ’δες·» —με παραλλαγή «Γιά πες, αλαφροΐσκιωτε, στη λίμνη απόψε τί ’δες»— δεν είναι απλώς εικόνα ονειρική. Είναι η συνάντηση της δημοτικής παράδοσης με μια υπερβατική ποιητικότητα που στοχάζεται την ελευθερία, τη θυσία και τον θάνατο. Το υποσυνείδητο αποκτά ρυθμό, και η μεταφυσική σχεδόν μορφή του «αλαφροΐσκιωτου» λειτουργεί ως αγγελιοφόρος του άλλου κόσμου —όχι του μεταφυσικού, αλλά του άυλου χώρου της ποιητικής εμπειρίας.
Η συνειδητή αποσπασματικότητα του έργου του Σολωμού, η συνεχής αναθεώρηση και τα ποιητικά σχεδιάσματα χωρίς τελική μορφή, δεν δηλώνουν αδυναμία ολοκλήρωσης, αλλά μεταφράζουν την υψηλή απαίτηση του ποιητή από την τέχνη του. Το ζητούμενο δεν ήταν η παραγωγή έργου αλλά η τελειότητα της έκφρασης. Ο Σολωμός έκρινε συνεχώς τους στίχους του και δεν δίσταζε να απορρίψει ακόμη και ωραίες ρίμες, αν δεν εναρμονίζονταν πλήρως με τον σκοπό του.
Η στιχουργική του Σολωμού δεν είναι τεχνική· είναι μέσο εσωτερικής αναγκαιότητας. Ο στίχος του δεν ακολουθεί τον ρυθμό, τον δημιουργεί. Κι αν συχνά χρησιμοποιεί τον δεκαπεντασύλλαβο –προσιτό, γνώριμο, σχεδόν δημώδη–, το κάνει για να τον ανατρέψει με απλότητα. Δεν είναι τυχαίο πως συναντούμε το ίδιο δίστιχο σε παραλλαγές, όχι για λόγους επιτήδευσης, αλλά γιατί ο στίχος, για τον Σολωμό, δεν είναι προϊόν έμπνευσης στιγμής – είναι αγώνας ακρίβειας.
Οι παραλλαγές δεν φανερώνουν αβεβαιότητα, αλλά προσήλωση στην ενότητα του νοήματος και του ήχου. Η λέξη δεν είναι ποτέ απλώς “λέξη”· είναι ρυθμός, σιωπή, διακοπή, χτύπος της σκέψης. Μέσα από αυτόν τον κόπο, ο στίχος αποκτά βάρος υπαρξιακό – γι’ αυτό και η ποίηση του Σολωμού, ακόμη και στην αποσπασματικότητά της, μοιάζει πλήρης.
Η αναζήτηση αυτής της τελειότητας συνδέεται και με μια βαθιά φιλοσοφική στάση απέναντι στην ποίηση. Ο Σολωμός αντιλαμβανόταν την τέχνη όχι ως αυθόρμητη ροή, αλλά ως αποτέλεσμα πνευματικής πειθαρχίας και επίμονης δουλειάς. Η γλώσσα γίνεται χώρος πάλης. Δεν είναι δεδομένο όργανο, αλλά πεδίο καλλιτεχνικής δημιουργίας, που αξιώνει εσωτερική καθαρότητα και μόχθο.
Η θεματική του κινείται συχνά ανάμεσα στον θάνατο και τη λύτρωση, στην ελευθερία και στη σιωπή. Όμως αυτό που ενώνει τους στίχους του, ακόμη και όταν αυτοί στέκουν μόνοι τους, είναι ο εσωτερικός ρυθμός, το κάλλος της φράσης, η επιμονή στη λεπτομέρεια. Ένας στίχος από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», όπως «Το χάραμα επήρα / του ήλιου το δρόμο», εμπεριέχει αυτή την εσωτερική κίνηση από το σκοτάδι στο φως —όχι απλώς σαν εικόνα, αλλά σαν υπαρξιακή μετάβαση.
Η στιχουργική του Σολωμού δεν είναι ούτε παραδοσιακή ούτε ριζικά νεωτερική. Είναι η γέφυρα. Γεωγραφικά και πνευματικά ανήκει στα Επτάνησα, μα οι λέξεις του περνούν στο ηπειρωτικό σώμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Δεν θεμελίωσε μόνο μια ποιητική γλώσσα· θεμελίωσε έναν τρόπο να βλέπει κανείς τη γλώσσα: ως διαρκές πεδίο αναζήτησης, ως ήθος δημιουργίας. Και αυτή είναι η πραγματική του παρακαταθήκη.
Υ.Γ. Ξεκινώντας να επεξεργάζομαι το παραπάνω αφιέρωμα, βρέθηκα τελικά να το ξαναγράφω ξανά και ξανά. Έσβηνα και έγραφα — και τούμπαλιν — αμέτρητες φορές. Αν μου επιτρέπεται, εν είδει χιούμορ, αγαπητέ/ή αναγνώστη/ρια, θα έλεγα πως η αναμέτρηση με το ανάστημα του Σολωμού με επηρέασε βαθύτερα απ’ όσο περίμενα. Το τελικό κείμενο διαμορφώθηκε τελικά με μοναδικό κριτήριο: «πώς το ένιωσα καλύτερα». Αν θες, γράφτηκε για να ξορκίσω την ανάγκη μου να γράψω κάτι για τον Σολωμό — μια ανάγκη παλιά, σχεδόν καταγωγική. Η μορφή του με συνοδεύει όχι μόνο από τα φοιτητικά μου χρόνια, αλλά και από τα παιδικά μου, λόγω τόπου. Στην πραγματικότητα, βρίσκω το παρόν κείμενο ανεπαρκές και όχι ιδιαίτερα πρωτότυπο με τον τρόπο που είναι ανεπαρκής κάθε απόπειρα να συλλάβεις το άπιαστο. Και το μυαλό μου, το ξέρω, δεν θα πάψει να επιστρέφει σε αυτό το ζήτημα.