Γράφει η Ερμιόνη Κοσκινά, @koski_er
Ο αισθητισμός εμφανίζεται και κυριαρχεί στη δυτικοευρωπαϊκή τέχνη και λογοτεχνία στα τέλη του 19ου αιώνα — την εποχή που οι Γάλλοι αποκαλούν fin de siècle (τέλος του αιώνα). Πρόκειται για ένα πνευματικό και αισθητικό ρεύμα που διαπνέεται από το δόγμα l’art pour l’art («η τέχνη για την τέχνη»), διεκδικώντας την απόλυτη αυτονομία του έργου τέχνης από κάθε ηθικό, κοινωνικό ή πολιτικό περιορισμό.
Οι αισθητιστές – συχνά ταυτισμένοι με την παρακμή – αποζητούν μια τέχνη ελεύθερη, τολμηρή, ακόμη και προκλητική· έναν χώρο όπου το αισθησιακό, το περιθωριακό ή το «ανόσιο» μπορούν να αποκτήσουν αισθητική υπόσταση. Η έννοια του Ωραίου επαναπροσδιορίζεται· δεν είναι πλέον το συμμετρικό και αρμονικό, αλλά το έκφυλο, το κουρασμένο από τις ηδονές, το παράξενα εκλεκτό, το εκούσια παρακμιακό. Η τέχνη δεν απευθύνεται σε όλους· αφορά τους μυημένους, αυτούς που αναγνωρίζουν την αξία της λεπτότητας, του μυστικισμού και της παράβασης.
Ωστόσο, ο αισθητισμός δεν είναι απλώς αισθητική θεωρία· είναι και βίωμα. Ο αισθητιστής δημιουργός είναι συχνά και ένας φιλόσοφος της ζωής, που επιδιώκει την εμπειρία στο απόγειό της, αναζητώντας αισθησιακά κέντρα για να τα αναδείξει σε στιγμές ύψιστης έντασης και μοναδικότητας.
Στη Γαλλία, οι απόψεις των μελετητών διίστανται: ορισμένοι θεωρούν τον αισθητισμό και την παρακμή διακριτά ρεύματα, ενώ άλλοι τα βλέπουν ως δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αν ασπαστούμε τη δεύτερη άποψη, τότε το κλασικό και ανώτατο δείγμα του γαλλικού αισθητισμού είναι Τα Άνθη του Κακού (Les Fleurs du Mal, 1857) του Charles Baudelaire – ένα έργο-τομή, όπου η ομορφιά ανασύρεται από το κακό, γεγονός ριζοσπαστικό για τα δεδομένα της εποχής. Ως το ύστατο έργο του γαλλικού αισθητισμού συχνά αναφέρεται το Monsieur de Phocas του Jean Lorrain (1899).
Οι παρακμιακοί ανανεώνουν το mal du siècle των ρομαντικών, προτείνοντας έναν φαντασιακό κόσμο ως αντίβαρο στη φθορά και τη διαφθορά της αστικής κοινωνίας. Τα έργα τους χαρακτηρίζονται από απαισιοδοξία, εξωτισμό και έντονη επιθυμία φυγής. Μεταξύ των πλέον χαρακτηριστικών εκπροσώπων του κινήματος συγκαταλέγονται οι Charles Cros, Joris-Karl Huysmans, Maurice Maeterlinck και Tristan Corbière.
Η πρωτοπορία του Baudelaire
Όταν κυκλοφόρησαν Τα Άνθη του Κακού το 1857, η συλλογή συγκλόνισε τα λογοτεχνικά και κοινωνικά ήθη της Γαλλίας. Έξι ποιήματα αφαιρέθηκαν με απόφαση του δικαστηρίου και ο Baudelaire διώχθηκε για «προσβολή της δημόσιας αιδούς» και «καθύβριση των ηθών».
Ωστόσο, πίσω από το σκάνδαλο κρυβόταν ένα έργο απαράμιλλης λογοτεχνικής και φιλοσοφικής πρωτοπορίας· ένα έργο που εγκαινιάζει ουσιαστικά τη μοντέρνα ποίηση. Όπως επισημαίνουν μελετητές όπως ο Walter Benjamin και ο T. S. Eliot, ο Baudelaire αποτέλεσε θεμελιωτή του μοντερνιστικού ποιητικού λόγου, καθώς μετουσίωσε το αστικό τοπίο, την αλλοτρίωση και την αμαρτία σε ύλη υψηλής τέχνης.
Η συλλογή Les Fleurs du Mal δεν είναι απλώς μια καταγραφή ηδονιστικών ή μελαγχολικών εμπειριών. Είναι ένα πνευματικό ταξίδι στα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης – μια εξερεύνηση της αστικής πλήξης (spleen), της ενοχής, του πόθου, του θανάτου και της μεταφυσικής αναζήτησης. Ο Baudelaire τολμά να αποσπάσει την ομορφιά από το σκοτεινό και διεστραμμένο· να υμνήσει όχι το ιδανικό, αλλά το πραγματικό, το νοσηρό, το φθαρμένο. Κάθε ποίημα μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα στον ύψιστο λυρισμό και τη βαθύτερη ηθική πρόκληση.
Η γλώσσα του είναι εξαιρετικά επεξεργασμένη, μουσική, ελεγειακή, με κλασική φόρμα και μοντέρνο περιεχόμενο. Ο ρυθμός, οι εσωτερικές αντιθέσεις και η εικόνα είναι βασικά εργαλεία έκφρασης, ενώ οι υπερρεαλιστικές προβολές, το υπαρξιακό άγχος και η λατρεία του ωραίου τον καθιστούν πρόδρομο ποιητών όπως ο Verlaine, ο Rimbaud και αργότερα ο Eliot και ο Valéry.
Ο ποιητής δεν ενδιαφέρεται να διδάξει ούτε να εξυψώσει ηθικά τον αναγνώστη. Αντιθέτως, τον καλεί να κατέβει μαζί του στον λαβύρινθο του ψυχικού σκοταδιού, να αντικρίσει την παρακμή ως πηγή έμπνευσης και την αμαρτία ως όχημα του ωραίου. Η αισθητικοποίηση του κακού είναι ίσως η μεγαλύτερη προσφορά του Baudelaire στη νεωτερικότητα – η αναγνώριση πως η τέχνη δεν χρειάζεται να είναι αγνή για να είναι σπουδαία.
Ο ίδιος ο Théophile Gautier, στον οποίο είναι αφιερωμένη η συλλογή, αναγνώρισε την αξία του έργου:
«Τα ποιήματα και τα σονέτα της συλλογής αυτής […] είναι σαν τα πολύτιμα πετράδια που μόνο ένας μεγάλος τεχνίτης θα μπορούσε να κατεργαστεί και να δέσει τόσο σοφά και αρμονικά…»
Ενδεικτικά, το απόσπασμα από το ποίημα Η Λήθη (L’Oubli) αποτυπώνει την τολμηρή φωνή του ποιητή:
Όχι να ζήσω πια, να κοιμηθώ ζητάω! Μες σ’ έναν ύπνο σαν το θάνατο γαλήνιο τον έρωτά μου δίχως τύψεις θα σου δίνω, το μπρούτζινο, στιλπνό κορμί σου θα φιλάω.
Σήμερα, Τα Άνθη του Κακού θεωρούνται ένα από τα θεμελιώδη έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας· μια ποιητική σύνθεση που όρισε την έννοια της μοντέρνας ευαισθησίας και άλλαξε για πάντα τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την ποίηση.