Ακολουθήστε τις Ginger Pens στο Facebook Ακολουθήστε τις Ginger Pens στο Instagram Ακολουθήστε τις Ginger Pens στο Youtube
Σύνδεση

Επιλέξτε τη γλώσσα σας

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΒΙΒΛΙΩΝ

Γράφει ο Γιάννης Παρίσης, @philognosia

"Η γιαγιά ανέβαλλε πάντοτε επ’ αόριστον κάθε συζήτηση ‘για τα παλιά’. ‘Μην το ξυπνάς το παρελθόν’, μου έλεγε τα βράδια, αν καμιά φορά της ζητούσα ιστορίες από ‘τα παλιά’, από τη ζωή πριν γεννηθώ. ‘Μην το ξυπνάς το παρελθόν, είναι κουρασμένο’. Το έλεγε ψιθυριστά λες και το παρελθόν κοιμόταν εκεί, ανάμεσά μας, και υπήρχε φόβος να το ξυπνήσουμε. […] Όχι, η γιαγιά δεν ήθελε να το ενοχλούμε το παρελθόν. ‘Μην τα σκαλίζεις’, έλεγε, ‘όχου τώρα κι εσύ, παλιές ιστορίες, τις θες και τις σκαλίζεις;’ Και πέρναγε το χέρι μπροστά απ’ το πρόσωπο σαν για να διώξει ένα αόρατο μυγάκι."

Αλλά το μυγάκι δεν φεύγει έτσι εύκολα, συχνά εμφανίζεται μπροστά μας απρόσμενα και γίνεται η αλογόμυγα του Σωκράτη που μας τσιγκλάει. Αυτό συμβαίνει και στον ήρωα: μια τυχαία ημέρα, το παρελθόν έρχεται ορμητικό καταπάνω του και δεν μπορεί να το αποφύγει.

Από ορισμένες απόψεις, ο Γιώργος, ο ήρωας του έργου, είναι ένας από εμάς. Για τα χρόνια πριν γεννηθεί, τότε που ζούσε ο παππούς του, έχει μία ασαφή και θολή ιδέα. "Ετέλουν κι εγώ εν πλήρη αγνοία", παραδέχεται. "Ίσως όχι εν πλήρη, όμως πραγματικά, τι ήξερα στ’ αλήθεια για την Κατοχή; Την πείνα, τα πτώματα στους δρόμους, τα γερμανικά εμβατήρια και το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ που είχα δει στο θέατρο έφηβος, με το σχολείο. Α, ναι, ήταν και η Μαργαρίτα Περδικάρη, που κάναμε στο μάθημα λογοτεχνίας. Κάτι είχε πάρει το αυτί μου για δωσίλογους και μαυραγορίτες, για σπίτι που πουλήθηκαν για έναν τενεκέ λάδι, για το ΕΑΜ που μας έσωσε από την πείνα, για κάτι Δεκεμβριανά όπου πέφτανε οι σφαίρες σαν το χαλάζι. Όλα ένα αδιάφορο κουβάρι στο μυαλό μου, πιο πολύ από τραγούδια και ταινίες. Κι αν με ρωτούσες πότε έγινε αυτός ο διαβόητος Εμφύλιος, δεν θα πετύχαινα τις ημερομηνίες ακριβώς…"

Κι έτσι ο Γιώργος σχεδόν εξαναγκάζεται να αρχίσει το σκάψιμο, με την τσάπα, όπως λέει ο ίδιος. Και μαζί του σκάβουμε κι εμείς οι αναγνώστες, καθώς οι περισσότεροι τελούμε εξίσου εν αγνοία. Το σκάψιμο αυτό έχει περίεργα αποτελέσματα: καθώς προχωρά, ο Γιώργος αρχίζει να βιώνει το παρελθόν, να συνομιλεί με πρόσωπα νεκρά εδώ και δεκαετίες, να κάθεται δίπλα τους. Γιατί όταν έρθει η ώρα, το παρελθόν ζωντανεύει, συμπλέκεται με το παρόν και δύσκολα πια ξεχωρίζουν. Κι απ’ αυτό το ταξίδι στο χρόνο δεν μπορούμε να γυρίσουμε ίδιοι, θα έχουμε αλλάξει, και ο Γιώργος και εμείς που διαβάζουμε το βιβλίο.

Για να τα επιτύχει όλα αυτά, το μυθιστόρημα της Χρονοπούλου πρωτοτυπεί από πολλές πλευρές. Ο αρχικός αφηγητής είναι ο Γιώργος, που αφηγείται τη δική του προσωπική ιστορία σε πρώτο πρόσωπο. Ωστόσο, για να μάθει το παρελθόν του, διαβάζει το ημερολόγιο του Δημοσθένη Σαρίκα, που κι αυτός αφηγείται τη δική του ιστορία σε πρώτο πρόσωπο. Η δεύτερη αφήγηση εγκιβωτίζεται μέσα στην αρχική και συμπληρώνεται με επιστολές κοριτσιών της εποχής εκείνης, ποιήματα, δηλώσεις εθνικοφροσύνης, πρακτικά δικαστηρίων. Με τον τρόπο αυτό, η συγγραφέας παίζει ευφυέστατα όχι μόνο με τις αφηγηματικές τεχνικές αλλά και με τα κειμενικά είδη, λογοτεχνικά και μη, καθώς και με την έννοια και τα όρια της μυθοπλασίας.

Καθώς οι αφηγητές και τα κειμενικά είδη εναλλάσσονται, μεταβάλλεται και η γλώσσα. Η σχέση που έχει η συγγραφέας με τη γλώσσα διακρίνεται ήδη στον τίτλο: εμπρόθετος με δοτική, σαν από κάποια άλλη εποχή, χωρίς κεφαλαίο αρχικό γράμμα, σαν απόσπασμα από ένα ευρύτερο κείμενο. Τίτλος που σίγουρα δεν προσελκύει τον συνηθισμένο αναγνώστη, έχει όμως το δικό του νόημα. Αρκεί να διαβάσουμε το βιβλίο, όπου τα γλωσσικά παιχνίδια είναι συνεχή: εναλλαγή δημοτικής και καθαρεύουσας, προφορικού και γραπτού λόγου, καθημερινής ομιλίας και επίσημης διαλέκτου κρατικών εγγράφων, πεζογραφίας και ποίησης.

Συμπερασματικά, όταν ένα βιβλίο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όσα επιβάλλει η εκδοτική μόδα της εποχής μας, για παράδειγμα έχει αντιεμπορικό τίτλο και λιγότερες από 150 σελίδες καθαρού κειμένου, και όμως πραγματοποιεί τέσσερις εκδόσεις μέσα σε τέσσερις μήνες στην Ελλάδα (!), υπάρχει λόγος σοβαρός για να το διαβάσουμε. Όσο πιο άμεσα μπορούμε. Γιατί είτε το γνωρίζουμε είτε όχι, το παρελθόν – ατομικό και συλλογικό – υπάρχει και μας καθορίζει. Καλύτερα, λοιπόν, να ξεκινήσουμε το σκάψιμο, ακριβώς όπως ο Γιώργος. Κι όταν φτάσουμε στο τέλος του βιβλίου, ας ξανασκεφτούμε την αρχική πρόταση: «Τελικά πέθανε ατιμώρητος». Σε ποιον αναφέρεται;

 

Το βιβλίο κυκλοφορεί από εκδόσεις Πόλις.

 

ΥΓ1. Πέρυσι τέτοια εποχή διάβασα την ιστορική μελέτη του Μ. Χαραλαμπίδη «Οι δωσίλογοι», ένα συγκλονιστικό βιβλίο που θα έπρεπε να διαβάσουμε όλοι. Είναι, λοιπόν, απόλυτα ταιριαστό ότι ο ίδιος άνθρωπος υπογράφει το επίμετρο του μυθιστορήματος. Για τον απλό αναγνώστη, ίσως η ανάγνωση θα πρέπει να ξεκινήσει από αυτό το επίμετρο.

ΥΓ2. Για την έκδοση, τα πολλά λόγια είναι περιττά. Μικρό σχήμα, ταιριαστό χαρτί, εξώφυλλο λιτό και με νόημα, παιχνίδι με τις γραμματοσειρές, σελίδες που δεν κουράζουν το μάτι – όλα όπως πρέπει. Ακόμα μία εμπειρία για τον βιβλιόφιλο, προσεγμένη ως την τελευταία λεπτομέρεια.


Designed By GK
Template by Linelab.