Γράφει η Ειρήνη Λουκίσα
Ο συγγραφέας υφαίνει αριστουργηματικά ένα μυθιστόρημα που παρουσιάζει τη σύγχρονη ιστορία της Κολομβίας, και κυρίως της Μπογκοτά, που έχει τόσο πληγεί από το καρτέλ των ναρκωτικών του Πάμπλο Εσκομπάρ και όσους τον υπηρετούσαν.
Μέσα από αυτή τη συνθήκη, ο συγγραφέας φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με τον ύπουλο φόβο που ζει μια ολόκληρη γενιά εξαιτίας αυτής της κατάστασης. Μέσα από αυτό το μυθιστόρημα, ο Vasquez προσπαθεί και μάλλον καταφέρνει να σβήσει την ετικέτα που έχουμε βάλει στη Λατινική Αμερική, ότι δηλαδή είναι ένας μαγικός τόπος, καθώς παρουσιάζει τη βία, τη διαφθορά, τη σκληρότητα και την εγκληματικότητα.
Παρόλ’ αυτά, θα σταθώ στο ότι στο βιβλίο περιγράφεται η υπέροχη φύση και τα εντυπωσιακά τοπία της Κολομβίας, αλλά και τα φυσικά φαινόμενα, με τον τρόπο που πιστεύω ότι μόνο οι Λατινοαμερικανοί λογοτέχνες μπορούν: ο αναγνώστης μέσα από την αφήγηση μπορεί να «βλέπει» τα χρώματα, να μυρίζει τις μυρωδιές και να νιώθει ακόμα και τη βροχή σχεδόν. Στην ιστορία μπορεί να συμπεριλαμβάνονται επιμέρους ιστορίες από το παρελθόν και το παρόν που φαίνονται μεν άσχετες μεταξύ τους, αλλά συνδέονται εντέλει, συνθέτοντας μια γοητευτική πλοκή.
Για τον Αντόνιο η ιστορία ξεκινά από ένα άρθρο για τη δολοφονία ενός ιπποπόταμου που δραπέτευσε από τον ζωολογικό κήπο του Εσκομπάρ. Αυτή η είδηση τον μεταφέρει στο παρελθόν και ξυπνά αναμνήσεις από τον «φίλο» του Ρικάρδο Λαβέρδε, ο οποίος είχε μιλήσει με ανησυχία για την τύχη αυτού του ζωολογικού κήπου και των ζώων. Στη συνέχεια της ιστορίας αυτός ο ζωολογικός κήπος εμφανίζεται ξανά…
Από εκεί, ο Αντόνιο παραδίδεται σχεδόν στις τραυματικές αναμνήσεις εκείνης της περιόδου της ζωής του που τον στοίχειωναν κάθε στιγμή της ζωής του.
Προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τα γεγονότα, φτάνει στα χέρια του μια κασέτα με τη μαγνητοφώνηση των τελευταίων λεπτών πριν από την πτώση ενός αεροπλάνου και από εκεί αρχίζει να ξετυλίγεται το μυστήριο της ζωής του Ρικάρντο. Έτσι, δημιουργείται στον ήρωα κάτι σαν εμμονή, καθώς νιώθει ότι «χρωστά» στον φίλο του, αλλά και στον εαυτό του, να μάθει την αλήθεια. Ξεκινά λοιπόν να ξεδιαλύνει το μυστήριο της οικογενειακής ζωής του Ρικάρντο, παραμελώντας ταυτόχρονα τη δική του.
Μάλιστα, σε κάποιο σημείο υπάρχει η φράση «οι αναμνήσεις κουράζουν, αυτό είναι κάτι που δεν μας διδάσκουν, η εξάσκηση της μνήμης είναι εξουθενωτική δραστηριότητα, στραγγίζει την ενέργεια και καταπονεί τους μυς». Έτσι καταπονείται και ο ίδιος, αλλά συνεχίζει για να ανακαλύψει αλήθειες που συγκλονίζουν τόσο τον ίδιο όσο και τον εαυτό του… Αλλά, όπως γράφει και ο συγγραφέας: «οι Κολομβιανοί τις φυλάνε [τις εκπλήξεις] για να είναι πάντα απρόβλεπτοι.»
Η ιστορία αυτή με έκανε να αναρωτηθώ για το πώς το παράνομο χρήμα μπορεί να διαλύσει μια φαινομενικά ευτυχισμένη σχέση, το αν ο «σκοπός αγιάζει τα μέσα» είναι κάτι που μπορεί να παραβλέψει με ευκολία ο καθένας είτε για να πραγματοποιήσει τα όνειρά του είτε για να εξασφαλίσει μια άνετη ζωή για την οικογένειά του. Επίσης, μου δημιουργούνται ερωτήματα σχετικά με το αν ο Ρικάρντο ήταν τελικά θύμα ή θύτης, μιας και όπως πιστεύει ο ήρωας, δεν μπορεί κανείς να ξεφύγει από τις «παγίδες» που ορίζει η μοίρα του καθενός, αν δεν σταθεί ο ίδιος στα πόδια του.
Γενικά είναι ένα βιβλίο που δεν μπορείς να αφήσεις από τα χέρια σου χάρη στη γραφή που κυλάει αβίαστα και στην εξαιρετική μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη. Σε αυτό να προστεθούν οι κατατοπιστικότατες σημειώσεις του μεταφραστή, οι οποίες συμβάλλουν ακόμα περισσότερο στην ιστορία συνολικά.
Ακολουθεί η περίληψη από το οπισθόφυλλο:
«Κολομβία, 2009. Ο αφηγητής της ιστορίας, ο νεαρός καθηγητής της Νομικής, Αντόνιο Γιαμάρα, διαβάζει σ’ ένα περιοδικό την εξόντωση ενός ιπποπόταμου που είχε δραπετεύσει από τον ζωολογικό κήπο του διαβόητου Πάμπλο Εσκομπάρ. Το άρθρο τον πηγαίνει πίσω στα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν ο πόλεμος της κολομβιανής κυβέρνησης με το καρτέλ κοκαΐνης του Εσκομπάρ μαινόταν στους δρόμους, τα δάση και τον ουρανό της Κολομβίας. Εκείνη την εποχή, ο Γιαμάρα γνωρίζεται μ’ έναν μοναχικό μπιλιαρδόρο, «πρώην πιλότο» κατά δήλωσή του, η δολοφονία του οποίου ωθεί τον αφηγητή σ’ έναν αγώνα εξιχνίασής της, αλλά και σε μια διαδικασία αναπροσδιορισμού της ίδιας της ταυτότητάς του και των σχέσεών του με τους ανθρώπους του. Οι έρευνές του θα τον οδηγήσουν ώς την τρομερή δεκαετία του 1960 που άλλαξε τον κόσμο, λίγο πριν το εμπόριο ναρκωτικών παγιδέψει μια ολόκληρη γενιά σ’ έναν ζωντανό εφιάλτη, σ’ έναν κύκλο βίας και φόβου».