Γράφει η Ροδαμάνθη Σοφικίτου, @greek_studyholic
Το μυθιστόρημα "Πώς Έγινα Καλόγρια" του Σέσαρ Άιρα συνιστά ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της αισθητικής του Αργεντινού συγγραφέα, ο οποίος παίζει με τις αφηγηματικές συμβάσεις, εναλλάσσοντας είδη, ύφος και αφηγηματικές τεχνικές με ριζοσπαστικό - θα λέγαμε - τρόπο. Στο έργο αυτό, ο Άιρα υφαίνει μια εξομολογητική ιστορία ενηλικίωσης στην οποία η "ταυτότητα" του αφηγητή αποδομείται, παραμένοντας αμφίσημη έως και το τελευταίο κεφάλαιο.
Πιο συγκεκριμένα, το έργο ξεκινά με μια μη αναμενόμενη δήλωση: ο αφηγητής είναι ένα εξάχρονο κορίτσι, παρόλο που το όνομά του, όπως επίσης και το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, συνηγορούν πως πρόκειται για ένα αγόρι. Αυτή η βασική διαφοροποίηση από το μοντέλο αφήγησης αποδεικνύει πιθανότατα τη συγγραφική πρόθεση: η ιστορία αυτή δεν φιλοδοξεί μόνο να καταγράψει την αλήθεια ενός παρελθόντος, αλλά να παίξει με τις δυνατότητες της γλώσσας και της φαντασίας, κάτι που ο συγκεκριμένος συγγραφέας έχει αποδείξει περίτρανα ότι μπορεί να καταφέρει, αν κρίνουμε από την ολότητα των έργων του.
Η βασική πλοκή, δηλαδή η δηλητηρίαση του παιδιού από παγωτό, λειτουργεί ως αλληγορικό σημείο μετάβασης, σαν ένα τελετουργικό θανάτου και αναγέννησης. Το ψυχοσωματικό τραύμα πυροδοτεί μια σταδιακή μεταμόρφωση, τόσο υπαρξιακή όσο και γλωσσική. Στον πυρήνα της αφήγησης δεν βρίσκεται το γεγονός, αλλά η διαταραχή της εμπειρίας: μια ασθένεια που εκτρέπεται σε φιλοσοφική στοχαστικότητα, μια οικογένεια που αποκτά φαντασμαγορικά χαρακτηριστικά, μια κοινωνία που μοιάζει με καθρέφτη σπασμένο σε πολλαπλά θραύσματα. Από την άλλη, η καλόγρια που αναφέρεται στον τίτλο δεν είναι απλώς μια θρησκευτική ταυτότητα· είναι ένα σύμβολο εσωτερικής υποχώρησης, αισθητικής απομόνωσης και ριζικής μοναξιάς. Και μόνο ως τέτοιο θα μπορούσε να εκλειφθεί, μιας και δεν έχει άλλη σύνδεση με την υπόθεση του βιβλίου.
Ο Άιρα άλλωστε δεν αναζητά μία ρεαλιστική απεικόνιση, αλλά μια λογοτεχνία της ρήξης, όπου η αλήθεια εκτοπίζεται από την απόλαυση του γραψίματος, αποδομώντας τις σταθερές πάνω στις οποίες στηρίζεται η παραδοσιακή αφήγηση. Στα κείμενά του, η πλοκή αρνείται να υπακούσει στη γνωστή τριμερή διάρθρωση "αρχή-μέση-τέλος" και ξεδιπλώνεται συχνά σαν ένας λαβύρινθος χωρίς έξοδο, που αρνείται τη λογική συνέπεια. Η συνοχή δεν αποτελεί στόχο του, αλλά ένα διαρκές σημείο ρήξης για κάθε αναγνώστη.
Προκαλεί σύγχυση κατά την ανάγνωση στις πρώτες σελίδες; Σίγουρα.
Κατά την ανάγνωση ωστόσο, καταλαβαίνουμε πως το υποκείμενο της αφήγησης δεν είναι φορέας μιας "εσωτερικής αλήθειας", αλλά ένα κατασκεύασμα που μετατοπίζεται, ένα εύπλαστο σχήμα που υπάρχει μόνο εντός της γλώσσας. Ο εαυτός δεν ανακαλύπτεται. Στις πρώτες σελίδες επινοείται, και στη συνέχεια ακυρώνεται. Όπως "ακυρώνεται" και το φύλο του αφηγητή.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καρνιβόρα [https://www.carnivora.gr/monja] και μεταφράστηκε από: Μαρία Αθανασιάδου, Κωνσταντίνα Γερασίμου, Αναστασία Γιαλαντζή, Μαρία Ζαγγίλη, Μαρία Καλουπτσή, Μαρία Καραλή, Κανέλλα Λιακοπούλου, Νίκος Μανουσάκης, Αλίκη Μανωλά, Χρυσούλα Ξένου, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Αγγελική Παλασοπούλου, Στέλλα Σουφλέρη, Σοφία Φερτάκη, Ναταλί Φύτρου, Σταύρος Χατζής.