Ακολουθήστε τις Ginger Pens στο Facebook Ακολουθήστε τις Ginger Pens στο Instagram Ακολουθήστε τις Ginger Pens στο Youtube
Σύνδεση

Επιλέξτε τη γλώσσα σας

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΒΙΒΛΙΩΝ

Γράφει η Ερμιόνη Κοσκινά, @koski_er

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, σε ένα χωριό της κρητικής ενδοχώρας, ο δεκαπεντάχρονος Φανούρης ανακαλύπτει σε μια κηδεία πως μπορεί να ακούει τις σκέψεις των νεκρών. Ένας θείος του, βλέποντας το οικονομικό δυναμικό αυτής της ικανότητας, τον πείθει να εγκαταλείψουν το χωριό και να περιοδεύουν ως “διερμηνείς των πεθαμένων”.

Η δομή του μυθιστορήματος —23 σχεδόν αυτοτελή κεφάλαια, καθένα δεμένο με μια νέα κηδεία και μια νέα εξομολόγηση— θυμίζει μυθιστόρημα ενηλικίωσης αλλά και ένα άτυπο κοσμικό καθαρτήριο, όπου οι νεκροί, απαλλαγμένοι πια από κάθε κοινωνική συνέπεια, μιλούν με μια ενάργεια που δεν είχαν όσο ζούσαν. Ο Μιχάλης Αλμπάτης έχει ήδη μια πορεία στην πεζογραφία αλλά είναι το “Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους” που του χάρισε την ευρύτερη αναγνωστική απήχηση.

Η επεισοδιακή αυτή δομή θα μπορούσε εύκολα να καταλήξει μονότονη, αλλά ο Αλμπάτης την αποφεύγει μέσα από μια πραγματικά προσεκτική δουλειά στη φωνή: ο ρυθμός της αφήγησης αλλάζει ανάλογα με το ποιος νεκρός μιλά κάθε φορά, κάτι που κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον σε ένα βιβλίο που, δομικά, θα μπορούσε να γίνει επαναληπτικό.

Ο Αντώνης Γουλιανός, σε μία από τις ελάχιστες εκτενείς κριτικές που έλαβε το βιβλίο (Bookpress), εντάσσει εύστοχα το έργο στην παράδοση του νεοελληνικού γκροτέσκου ρεαλισμού, ανιχνεύοντας μπαχτινικές καταβολές: ο υποβιβασμός —σωματικός, ηθικός, ιερός— λειτουργεί εδώ όχι ως χλεύη αλλά ως αναγεννητική δύναμη, με κορυφαίο σύμβολο τον γάμο ενός νεκρού με τη ζωντανή έγκυο νύφη του.

Στη δική μου ανάγνωση, αυτή η λογική του υποβιβασμού συνοδεύεται από μια ευρύτερη μέθοδο: κανένας χαρακτήρας στο βιβλίο δεν είναι σφαιρικός με τη ρεαλιστική έννοια του όρου — όλοι λειτουργούν ως τύποι, ως φορείς μιας υπερβολής που είναι η ίδια η μέθοδος του είδους, όχι ατυχής παράλειψη ρεαλιστικής βαθύτητας.

Αυτή η λειτουργική υπερβολή φαίνεται καθαρότερα εκεί όπου δουλεύει καλύτερα: στην αφήγηση του θείου του Φανούρη, “μπεκρή” και χαρτοπαίκτη, που ο συγγραφέας καταφέρνει να κάνει συμπαθή χωρίς να αποσιωπά την τεμπελιά και τη μπουρδολογία του. Εδώ το γκροτέσκο λειτουργεί ακριβώς όπως θεωρητικά οφείλει: η αδυναμία εκτίθεται, γίνεται αντικείμενο γέλιου και συμπόνιας ταυτόχρονα, χωρίς το κείμενο να χρειάζεται να πάρει ρητή ηθική θέση — η απόσταση της αφήγησης είναι το ίδιο το σχόλιο.

Το πρόβλημα ξεκινά όταν η ίδια λογική επιχειρεί να καλύψει κάτι αρκετά διαφορετικό. Η Ελίζα, η πόρνη-ερωτικό αντικείμενο του νεαρού πρωταγωνιστή, παρουσιάζεται μέσα από μια οπτική που της αρνείται σχεδόν κάθε ιδιότητα πέρα από τη σωματικότητα: η περιγραφή της αφήνει να εννοηθεί ένα σχεδόν “τέλειο σώμα” παρά το επάγγελμά της, σαν η ίδια η πορνεία να ήταν μια ανωμαλία που το σώμα της θαυματουργικά ξεπερνά. Δεν είναι μεμονωμένη

περίπτωση· η γυναικεία παρουσία στο βιβλίο κινείται σχεδόν αποκλειστικά ανάμεσα σε τρεις τύπους — τη μυστηριώδη/σαρκική φιγούρα χωρίς φωνή, τη γριά/ξινή και τη συγγενή. Πρόκειται, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς, για ακόμη μια εκδοχή της ίδιας τυπολογικής μεθόδου που κάνει να λειτουργεί ο θείος — μια ιστορικά πιστή αποτύπωση του πώς έβλεπε όντως η πατριαρχική κοινωνία της μεταπολεμικής Κρήτης τις γυναίκες, ενταγμένη στο γενικότερο πλαίσιο ενός είδους που αρνείται εξ ορισμού την ψυχολογική πολυπλοκότητα σε όλους τους χαρακτήρες.

Ως εδώ, η δικαιολόγηση στέκει. Καταρρέει όμως σε ένα συγκεκριμένο σημείο, όπου η διαφορά ανάμεσα στο ιστορικά/γενολογικά αναγκαίο και το απλά προκλητικό γίνεται απτή: στον μονόλογο μιας πεθαμένης ηλικιωμένης, που αφηγείται πώς ο πατέρας της τη βίασε όταν ήταν παιδί — και πώς, μας λέει, της άρεσε. Η διαφορά από την περίπτωση του θείου είναι θεμελιώδης, όχι βαθμού αλλά είδους. Όταν το κείμενο αφηγείται το βίτσιο, κρατάει μια απόσταση γκροτέσκου χιούμορ που καθιστά σαφή την ηθική στάση του κειμένου απέναντι στην αδυναμία, ακόμη και όταν τη συμπονεί. Στη σκηνή του βιασμού, η προσθήκη της ηδονής δεν αφηγείται πια το τραύμα από τη σκοπιά ενός θύματος που, νεκρό πια, “λέει την αλήθεια” χωρίς λόγο να κρυφτεί — μεταθέτει το ίδιο το νόημα της βίας, την αποδυναμώνει, την κάνει αμφίσημη. Δεν είναι πια η ωμή αλήθεια που επιτρέπει ο θάνατος· είναι μια αφηγηματική επιλογή που υπερβαίνει κάθε ιστορική ή γενολογική αναγκαιότητα και μπαίνει καθαρά στην περιοχή της πρόκλησης για την πρόκληση.

Δεν είναι άσχετο που αυτή η δυσαρμονία έχει γίνει αισθητή και εκτός των στενά κριτικών κύκλων: στις αναγνωστικές πλατφόρμες (Goodreads, StoryGraph) η πιο συχνά επαναλαμβανόμενη ένσταση δεν είναι θεωρητική αλλά διαισθητική — μια αίσθηση “εμμονής με το σεξ” αποκομμένης από την πλοκή. Θα ήταν λάθος να διαβάσουμε αυτή την ενόχληση ως απλή παρανόηση του γκροτέσκου ιδιώματος από αναγνώστες που δεν αναγνωρίζουν το είδος. Είναι, πιστεύω, μια ορθή —αν και άναρθρη θεωρητικά— αντίδραση σε ακριβώς αυτή τη μετάβαση: τη στιγμή που η αφήγηση σταματά να υπηρετεί την γκροτέσκη αλήθεια και γίνεται πρόκληση αυτοσκοπός.

Το “Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους” είναι ένα βιβλίο που αξίζει την ανάγνωσή του για τον ίδιο λόγο που αξίζει και την επιφύλαξή του: γιατί δείχνει, με σχεδόν διδακτική σαφήνεια, πού βρίσκεται το όριο ανάμεσα στη λειτουργική ωμότητα ενός είδους και στην ωμότητα που έχει γίνει αυτοσκοπός. Το γεγονός ότι το βιβλίο έλαβε Βραβείο Καλλιτεχνικού Σχεδιασμού για το εξώφυλλό του, αλλά ελάχιστη σοβαρή κριτική προσοχή για το περιεχόμενό του, δεν είναι άσχετη ειρωνία — είναι, ίσως, ακριβώς το σύμπτωμα που το ίδιο το βιβλίο, στις καλύτερες στιγμές του, θα ήξερε να αφηγηθεί.

Μιχάλης Αλμπάτης, “Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους”, εκδ. Νήσος, 2022


Designed By GK
Template by Linelab.