Ακολουθήστε τις Ginger Pens στο Facebook Ακολουθήστε τις Ginger Pens στο Instagram Ακολουθήστε τις Ginger Pens στο Youtube
Σύνδεση

Επιλέξτε τη γλώσσα σας

Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Γράφει η Ροδαμάνθη Σοφικίτου, @greek_studyholic

Η Βίκυ Ντζούφα γεννήθηκε στη Χρυσορράχη Αιτωλοακαρνανίας, μεγάλωσε στο Αγρίνιο και ζει στην Αθήνα. Είναι καθηγήτρια Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας και διδάκτορας Συγκριτικής Λογοτεχνίας και Φιλοσοφίας του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και της Βόννης και έχει μετεκπαιδευθεί στο Πανεπιστήμιο της Χαιδελβέργης. Συγγράφει ερευνητικά επιστημονικά άρθρα και συμμετέχει σε ακαδημαϊκά συνέδρια. Παράλληλα, μεταφράζει λογοτεχνικά κείμενα και ασχολείται με τη λογοτεχνική και θεατρική γραφή στην ελληνική και γερμανική γλώσσα.

Λογοτεχνικά της έργα έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες, όπως η νουβέλα «Σύριος κίλερ», τα διηγήματα «Δώδεκα πορτοκάλια», «Πανδαιμόνιο» και το παραμύθι « Η Γκόλφω και το γκολφ». Από τότε που θυμάται τον εαυτό της σκαρφιζόταν ιστορίες και σκηνοθετούσε φανταστικούς κόσμους. Δεν είναι σίγουρη, αν θα σας κερδίσουν οι ιστορίες της, είναι όμως σίγουρη ότι βγαίνουν μέσα από την καρδιά της.

Την ευχαριστούμε πολύ για αυτή τη συνέντευξη.

 

Έχετε γράψει παραμύθι, διήγημα, θέατρο και μυθιστόρημα. Ποιο από αυτά τα είδη θεωρείτε ότι είναι ο "φυσικός σας χώρος";

Θα έλεγα το μυθιστόρημα, γιατί με αυτό έχω ασχοληθεί πιο πολύ, έπειτα τα διηγήματα και το θέατρο. Η θεατρική γραφή είναι για μένα κάτι το μαγικό, λόγω του τελικού προορισμού της, που είναι η θεατρική σκηνή κι εύχομαι να ασχοληθώ στο μέλλον πιο επισταμένα και όχι σποραδικά όπως τώρα. Μακάρι. Θα δείξει.

Δεδομένου το ότι η καθημερινότητά σας μοιράζεται ανάμεσα στη διδασκαλία και την έρευνα, πότε "επιτρέπετε" στη συγγραφέα μέσα σας να πάρει τον έλεγχο; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη “ιεροτελεστία” ή συνθήκη που ξεκλειδώνει τη δημιουργικότητά σας;

Δεν υπάρχει για μένα κάποια συγκεκριμένη ιεροτελεστία, θα έλεγα. Απλά παίρνω το λαπτοπ, κάθομαι συνήθως στον καναπέ του σπιτιού μου και γράφω. Θα έλεγα ότι σε σύγκριση με την έρευνα, το γράψιμο ενός λογοτεχνικού έργου με ξεκουράζει, με ταξιδεύει και μου δίνει μια αίσθηση ελευθερίας. Υποθέτω ότι η καταβύθιση στη φαντασία είναι αυτή που σου δίνει αυτό το συναίσθημα.

Ένα από τα πιο όμορφα συναισθήματα στη διαδικασία της συγγραφής είναι ακριβώς αυτή η έντονη επιθυμία να γράψω, που όσο την αναβάλλω, καθώς η καθημερινότητα δεν το επιτρέπει πάντα, γίνεται και όλο πιο επιτακτική. Είναι λες και υπάρχει μέσα σου ένα δοχείο που γεμίζει σιγά σιγά με νερό και όταν υπερχειλίζει, σε πλημμυρίζει και πρέπει να βγει προς τα έξω. Δεν είναι όμως πάντα απαραίτητο να συμβαίνει αυτό. Η ιδέα του να ξαναμπείς στην ιστορία που γράφεις, στην οποία συμμετέχεις σαν δημιουργός και ταυτόχρονα σαν θεατής των ηρώων που δημιουργείς, σε κινητοποιεί.

Λέτε ότι οι ιστορίες σας βγαίνουν μέσα από την καρδιά σας. Αυτό σημαίνει ότι η συγγραφή λειτουργεί για εσάς ως μια μορφή "θεραπείας" (όπως και ο τίτλος του θεατρικού σας Die Heilung);

Με βοηθά να αντιληφθώ την πολυπλοκότητα, τη σχετικότητα των ανθρωπίνων σχέσεων και τελικά τη μικρότητά μας. Τώρα που το σκέφτομαι επ αφορμή της ερώτησής σας, αυτή η κάθαρση και η λύτρωση, που αναφερόταν στον ορισμό της τραγωδίας, δεν αναφέρεται μόνο στους λογοτεχνικούς ήρωες και το κοινό, αλλά και τον ίδιο τον δημιουργό και μπορεί να είναι αρκετά θεραπευτική. Νομίζω ναι. Όχι μόνο γιατί, όπως όλοι οι συγγραφείς συνειδητά ή υποσυνείδητα μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ψήγματα δικών μας σκέψεων, συναισθημάτων ή και βιωμάτων. Αλλά γιατί προσπαθώντας να εμβαθύνω στους ήρωές μου, να τους καταννοήσω και να ακολουθήσω την πορεία της συμπεριφοράς τους με τρόπο που να είναι συνεπής και όχι αυθαίρετος, αναπόφευκτα μπαίνω στη λογική τους, στις παραννοήσεις τους, τις φαινομενικά ορθές ή λανθασμένες, αμφιλεγόμενες πεποιθήσεις τους, από τις οποίες προκύπτουν οι πράξεις τους και κυρίως τα συναισθήματά τους. Κατά κάποιον τρόπο συμπάσχω με αυτούς , καταννοώ περισσότερο ανθρώπους γύρω μου, που δε θα δικαιολογούσα, δε θα συγχωρούσα, δε θα υπερασπιζόμουν ποτέ και αυτό οδήγει σε ένα είδος λύτρωσης.

Γράφετε πως οι ιστορίες σας βγαίνουν "μέσα από την καρδιά σας". Πώς αλληλεπιδρά ο ακαδημαϊκός ορθολογισμός μιας ακαδημαϊκού με την παρορμητική φύση των συγγραφέων όταν κάθεστε μπροστά στο λευκό χαρτί;

Υποθέτω πώς βοηθά στο να δομήσω τη σκέψη μου όταν χτίζω τους χαρακτήρες των ηρώων μου υπό το πρίσμα της αιτίας και αιτιατού και όχι αυθαίρετα και μου υπενθυμίζει ότι σε κάποιες περιπτώσεις ειδικά στην περιγραφή πιο ξένων και άγνωστων συμπεριφορών, πόσω μάλλον γεγονότων απαιτείται έρευνα στο πεδίο της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας, της ιστορίας και άλλων τομέων ενδεχομένως. Επίσης η ακαδημαϊκή γνώση βοηθά σε κάποιον βαθμό, αν είσαι προσεκτικός να εντοπίσεις λάθη ή ασυνέπειες στο γραπτό σου. Η επιστημονική έρευνα και η παρορμητική φύση ενός συγγραφέα μπορούν να συνυπάρχουν θα έλεγα με τρόπο που αλληλοτροφοδοτούνται. Άλλωστε και η επιστημονική έρευνα απαιτεί επίσης την φαντασία σε κάποιο λελογισμένο βαθμό όταν βάζεις καινούριους ερευνητικούς στόχους, διαφορετικά είναι ίσως καταδικασμένη να εγκλωβίζεται στην επανάληψη των ίδιων ερευνητικών στόχων και ίσως και αποτελεσμάτων.

Το θεατρικό σας έργο «Die Heilung» («Η θεραπεία») συμμετείχε σε έναν σημαντικό διαγωνισμό στο Βερολίνο. Πώς αισθανθήκατε για αυτή σας την επιτυχία;

Πρωτίστως αισθάνθηκα χαρά που κατάφερα να ολοκληρώσω ένα θεατρικό έργο, στο οποίο εξέφρασα μια σημαντική για μένα ιστορία (σημαντική ως προς τους δικούς μου προβληματισμούς εννοώ) στα γερμανικά, σε μια αγαπημένη μου γλώσσα που δεν είναι μητρική. Είδα ότι με διαφορετικό τρόπο εκφράζονται και εξελίσσονται οι σκέψεις μου στα Γερμανικά από τα Ελληνικά και αυτό ήταν μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα διαδικασία. Φυσικά το ότι μπόρεσα να συμμετάσχω στον συγκεκριμένο διαγωνισμό με χαροποίησε και ένιωσα ότι ήταν τιμητικό.

Στο βιογραφικό σας αναφέρετε ότι "σκηνοθετούσατε φανταστικούς κόσμους". Με δεδομένη την ενασχόλησή σας με το θέατρο, αντιμετωπίζετε τους ήρωες των μυθιστορημάτων σας περισσότερο ως ηθοποιούς πάνω σε μια σκηνή ή ως στατικά πρόσωπα σε ένα βιβλίο;

Η γραφή των μυθιστορημάτων ενέχει τη θεατρικότητα. Η τριβή με τους θεατρικούς διαλόγους βοηθά πάρα πολύ αντίστοιχα τα μυθιστορήματα να έχουν πιο φυσικούς διαλόγους. Απλά στο μυθιστόρημα θα μπορούσαμε να πούμε ότι δίνεις πιο ξεκάθαρα κατά κάποιον τρόπο σκηνοθετικές οδηγίες όταν περιγράφεις πχ τις σκέψεις ή τη στάση του σώματος των ηρώων, τα τοπία, τον χώρο και τον χρόνο κλπ. Δεν αφήνεις τους ήρωες να τα εκφράσουν μόνο μέσα από τα λόγια τους. Οπότε θα έλεγα ότι στα μυθιστορήματά μου τους αντιμετωπίζω αναπόφευκτα με έναν συνδυασμό και των δύο τρόπων .

Από τον «Σύριο κίλερ» (νουβέλα) στην «Γκόλφω και το γκολφ» (παραμύθι) και τώρα στο «Κουκούλι» (μυθιστόρημα). Η διαδρομή σας ξεκινά από έναν τίτλο με έντονο λογοπαίγνιο και χιούμορ («Η Γκόλφω και το γκολφ») και φτάνει στο πρόσφατο μυθιστόρημά σας «Το κουκούλι» (2025). Τι συμβολίζει για εσάς το "κουκούλι"; Είναι ένας χώρος προστασίας ή μια φυλακή από την οποία ο ήρωας πρέπει να αποδράσει;

Η ερώτησή σας είναι πραγματικά ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα και εύστοχη. Αρχικά φαίνεται να είναι ένας χώρος προστασίας και είναι, θα έλεγα. Μια απεγνωσμένη προσπάθεια να οριοθετήσει ο ήρωας έναν ερμητικά κλειστό χώρο που θα είναι μόνος του, να προστατευθεί από από τον φόβο της συνειδητοποίησης, κρυμμένος από την απειλή της πραγματικότητας. Ο ήρωας παραμένει στον γενικότερο χώρο του κακοποιητικού περιβάλλοντος, δεν αποχωρεί, αλλά νιώθει προστατευμένος στο μικρό του κλουβί. Στη συνέχεια όμως, όσο παραμένει σε αυτόν με την ψευδαίσθηση της ασφάλειας, το κουκούλι γίνεται μια φυλακή. Ακριβώς αυτή η φυλακή που κάνει υπό συνθήκες έναν άνθρωπο να συνειδητοποιήσει τον εγκλωβισμό του και να επιδιώξει ίσως την απόδρασή του. Θα έλεγα ότι έχει λοιπόν διττό ρόλο, όπως πολλά πράγματα στη ζωή μας.

Ποιος είναι ο ιδανικός αναγνώστης για το βιβλίο σας "Κουκούλι";

Ίσως όμως τελικά ο πραγματικά ιδανικός αναγνώστης θα ήταν ο άνθρωπος που δρα κακοποιητικά στις σχέσεις του, ή έστω οποιοσδήποτε που θα μπορούσε να αναγνωρίσει έστω και μεμονωμένα στοιχεία του ίδιου του του εαυτού του στην κακοποιητική συμπεριφορά, με την ελπίδα ότι θα προβληματιζόταν έστω και λίγο και θα σκεφτόταν να ζητήσει βοήθεια. Φυσικά αντιλαμβάνομαι πλήρως πόσο δύσκολο ή και ουτοπικό είναι το τελευταίο. Έυχομαι και ελπίζω το βιβλίο αυτό να έχει διαφορετικούς ιδανικούς αναγνώστες. Εύχομαι να βοηθήσει έστω και λίγο κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως φύλου που έχει υποστεί ή υφίσταται κακοποιητικές συμπεριφορές είτε τις έχει συνειδητοποιήσει είτε όχι. Αλλά και όλους όσους δεν καταννοούν λίγο πολύ τη συγκεκριμένη πορεία που διαμορφώνει την ψυχολογία ενός ανθρώπου που πέφτει θύμα βίας. Γιατί και μόνο αυτή η καταννόηση θα ήταν ένα σημαντικό βήμα για την υποστήριξη των θυμάτων στον αγώνα τους να απεμπλακούν.

Ποια είναι η πρώτη λέξη που σας έρχεται στο μυαλό όταν σκέφτεστε το νέο σας βιβλίο, «Το κουκούλι»; Πείτε μας λίγα λόγια για το βιβλίο σας.

Μάλλον η λέξη αγάπη. Η παρεξηγημένη αυτή λέξη, που φέρει πάνω της τόσες παραννοήσεις, τόση απειλή, χειραγώγηση, εγκλωβισμό, κτητικότητα, ανάγκη, καταπίεση, βία. Η λέξη αγάπη ειρωνικά δοσμένη μα και με την πραγματική έννοια που ιδανικά ξεκινά από την αγάπη όχι για το εγώ μας, αλλά για τον εαυτό μας και διαχέεται ως συνέπεια αυτού ανάλαφρη και διαυγής σε όλους τους άλλους. Στο κουκούλι αφηγούμαι την ιστορία “αγάπης” ενός ζευγαριού που εξελίσσεται σε κακοποιητική σχέση με θύμα τον Βάιο και θύτη την Αλεξάνδρα. “Το κουκούλι” στην ουσία του αποτελεί ένα ψυχογράφημα και περιγράφει πώς ένας άνθρωπος μπορεί να βρεθεί σταδιακά σε συνθήκες κακοποίησης, ενώ παράλληλα ξεδιπλώνει όλα εκείνα τα βήματα που οδηγουν από την απόλυτη άρνηση και μη αποδοχή της πραγματικότητας, στη συνειδητοποίηση, την αντίδραση.... και ίσως τη λύτρωση;

Τι θα λέγατε σε κάποιον που φοβάται να δείξει τα κείμενά του έξω, όπως κάνατε εσείς στην αρχή;

Θα έλεγα ότι καλώς φοβάται, όσο παράξενο κι αν ακούγεται. Και αυτό το λέω με βάση τη δική μου εμπειρία, από το πώς λειτουργώ εγώ. Όχι βέβαια με την έννοια του καταλυτικού φόβου που θα τον εμποδίσει να δώσει κάτι τελικά προς τα έξω ή θα τον κάνει να σταματήσει να γράφει.Πρέπει να τα φροντίζουμε τα κείμενά μας, να τα παιδεύουμε, να τα αμφισβητούμε, να τα δουλεύουμε, να τα ψάχνουμε και όταν νιώσουμε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο, όταν έχουν ολοκληρώσει αυτό που μπορούμε να πούμε, να τα δώσουμε. Γιατί τελικά γράφουμε, γιατί είναι μια εσωτερική μας ανάγκη, επειδή δεν μπορούμε δηλαδή να μη γράφουμε, αλλά ίσως τα κείμενά μας να έχουν να πουν και κάτι και στους άλλους και αυτή είναι η αναπόφευκτη πορεία τους, που δεν πρέπει να τους την στερήσουμε. Ο φόβος αυτός σε λελογισμένο βαθμό δεν είναι απαραιτήτως κάτι κακό. Είναι ο σεβασμός προς τις σκέψεις μας και την επιθυμία να δώσουμε έξω αυτό που απασχολεί το μυαλό, τη φαντασία και την καρδιά μας με τον τρόπο που τους αξίζει. Τα κείμενά μας είναι κομμάτι μας, δεν υπάρχει λόγος να είναι μια βεβιασμένη φωτογραφία τους αυτό που θα βγει προς τα έξω, κάτι που θα τα αδικεί. Από σεβασμό προς τον εαυτό μας και προς τον αναγνώστη το πρώτο κίνητρο θα είναι να γράψουμε όσο καλύτερα μπορούμε.





Designed By GK
Template by Linelab.