Γράφει ο Γιάννης Παρίσης, @philognosia
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα ανήκει στα ώριμα έργα του Μαρή, αφού δημοσιεύθηκε το 1971, σε συνέχειες στο περιοδικό «Επίκαιρα», κατά την προσφιλή τακτική της εποχής. Είναι ένα από τα μυθιστορήματα με πρωταγωνιστή τον αστυνόμο Μπέκα, συνταξιούχο πλέον. Είμαστε στα χρόνια της δικτατορίας και ήθελε ιδιαίτερη προσοχή, προκειμένου το έργο να περάσει τη λογοκρισία. Ο Μαρής αποδεικνύει τη μαεστρία του και στον τομέα αυτό.
Το μυστήριο εξελίσσεται σε μια καυτή καλοκαιρινή Αθήνα (οι καύσωνες δεν είναι προνόμιο της εποχής μας). Η αφήγηση είναι σε τρίτο πρόσωπο αλλά ο αφηγητής υιοθετεί την οπτική του Μπέκα, αφού με αυτό τον τρόπο η πλοκή προχωρά σταδιακά προς τη λύση του μυστηρίου, διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Πράγματι, ο συνταξιούχος αστυνόμος, ενώ ιδροκοπά μέσα στο κοστούμι του και δυσκολεύεται να κατανοήσει τη νέα εποχή και τις νέες συμπεριφορές, παλεύει να διαλευκάνει δυο δολοφονίες και να αποτρέψει περισσότερες, χωρίς να έχει τίποτα να κερδίσει, διακινδυνεύοντας όμως πολλά. Φαίνεται ότι το πάθος του για αλήθεια και δικαιοσύνη, καθώς και η αξία της φιλίας την οποία έχει πολύ ψηλά, υπερνικούν τη ραστώνη όχι μόνο του καλοκαιριού αλλά και της σύνταξης. Δεν έχει σκοπό να φύγει από την Αθήνα, αν δεν ολοκληρώσει την έρευνά του με τον τρόπο που αυτός θέλει, έστω και χωρίς άλλη βοήθεια.
Τελικά, θα έχει μία μικρή βοήθεια από τον φίλο του δημοσιογράφο Μακρή, επίσης συνταξιούχο, καθώς και από κάποιους παλιούς υφισταμένους του στο σώμα. Τα μέρη όπου κινούνται οι ήρωες έχουν μεγάλη σημασία: το Κολωνάκι, όπου συχνάζει η καλή κοινωνία με τα μεγάλα μυστικά, η περιοχή του Σουνίου, κατάλληλη για τα εξοχικά των επωνύμων αλλά και για εγκλήματα, η Αίγινα, τόπος διακοπών των καθημερινών ανθρώπων όπως το ζεύγος Μπέκα, το Παρίσι, αιώνιος τόπος του έρωτα και της φυγής. Το πραγματικό και το φαντασιακό συμπλέκονται με τρόπο υπέροχο όχι μόνο στους χαρακτήρες αλλά και στους τόπους. Τέλος, ως βαθύς γνώστης του κινηματογράφου, ο Μαρής κλείνει το μάτι στον αναγνώστη του. στήνοντας μία πλοκή με υπέροχες αναφορές στον Hitchcock και στις αριστουργηματικές ταινίες του «Σιωπηλός μάρτυς» («Rear Window») και «Δεσμώτης του ιλίγγου» («Vertigo»).
Καθώς προχωρά η ανάγνωση, για μία ακόμη φορά ο αστυνόμος Μπέκας θυμίζει τον επιθεωρητή Maigret, τον ήρωα των αστυνομικών μυθιστορημάτων του Georges Simenon. Όχι μόνο επειδή και οι δύο μας συστήνονται κυρίως με το αξίωμα και το επίθετό τους αλλά και για το ύφος τους, τις μεθόδους τους (να πλησιάζουν και να μελετούν τους ανθρώπους), ακόμα και για την οικογενειακή
τους κατάσταση: το αντίστοιχο της Madame Maigret είναι η κυρία Μπέκα, αφού και οι δύο είναι διακριτικές και υποστηρικτές παρουσίες δίπλα στους συζύγους τους, ενώ όταν η πλοκή το απαιτεί αποσύρονται κάπου στην εξοχή. Βέβαια, στο μυθιστόρημα αυτό μαθαίνουμε ότι το ζεύγος Μπέκα έχει και μία κόρη γύρω στα 20, παντρεμένη ήδη, ενώ ο Simenon φαντάστηκε το ζεύγος Maigret άτεκνο. Προεκτείνοντας τη σκέψη μας, η γραμμή που ξεκινά από τον Simenon και περνά από τον Μαρή, καταλήγει φυσικά στον Πέτρο Μάρκαρη: ο αστυνόμος Χαρίτος (που έχει πια γίνει γενικός διευθυντής) αποτελεί τη φυσική συνέχεια τόσο του Maigret όσο και του Μπέκα, τους οποίους άλλωστε μας θυμίζει διαρκώς· αλλά και η σύζυγός του, η Αδριανή, αποτελεί τη φυσική συνέχεια των προηγούμενων συζύγων, ενώ από βιβλίο σε βιβλίο, παρακολουθούμε την εξέλιξη της κόρης τους, της Κατερίνας, που από μικρό παιδί εξελίσσεται σε μία μοντέρνα και δυναμική γυναίκα, επαγγελματία, σύζυγο και μητέρα.
Αλλάζοντας θέμα, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι ένα βιβλίο γραμμένο το 1971, από έναν συγγραφέα γεννημένο το 1916. Πολλά από όσα συναντάμε στις σελίδες του σε ό,τι αφορά τις σχέσεις των δύο φύλων, τη θέση της γυναίκας, τους ομοφυλόφιλους κτλ. δεν ταιριάζουν καθόλου με τις σημερινές αντιλήψεις. Αλλά κάθε έργο αντιπροσωπεύει την εποχή του και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δημιούργημα εκείνης της εποχής και όχι με όρους της δικής μας.
Ακριβώς, λοιπόν, επειδή πρόκειται για ένα κείμενο άλλης εποχής, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και οι ιδιαιτερότητες στη χρήση της γλώσσας. Υπάρχουν αρκετές αλλά θα αναφέρουμε ενδεικτικά μία μόνο: τη χρήση του ρήματος «ξαπλώνομαι» σχεδόν αποκλειστικά στην παθητική φωνή, κάτι που έχουμε παρατηρήσει σε όλα τα μυθιστορήματα του Μαρή αλλά σήμερα δεν το συνηθίζουμε. Μία πιο προσεκτική ανάγνωση θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανακάλυψη πολλών παραδειγμάτων τέτοιου είδους.
Τέλος, δυο λόγια για την έκδοση, που όπως πάντα είναι εντυπωσιακή, όπως θα περιμέναμε από τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο. Το γνωστό μικρό σχήμα (πολύ βολικό), το γνωστό πολυτονικό, ωραίο δέσιμο (έστω και χωρίς άκοπα φύλλα πλέον), χρήσιμη όπως πάντα εισαγωγή του ειδικού Ανδρέα Αποστολίδη. Ωστόσο, κάποια τυπογραφικά λάθη έχουν ξεφύγει, γεγονός πρωτοφανές για την Άγρα. Ουδείς αλάνθαστος, λοιπόν, όπως άλλωστε παραδέχεται μέσα στο βιβλίο και ο Μπέκας, που πέφτει σε απανωτά λάθη, μέχρι να φτάσει τελικά στην αλήθεια.
Υστερόγραφο νοσταλγικό: στο τέλος, αφού η υπόθεση έχει κλείσει, το ζεύγος Μπέκα φεύγει για ένα μήνα διακοπές στην Αίγινα, με τον «Πορτοκαλί Ήλιο», το πλοίο που πράγματι υπήρχε στη γραμμή του Αργοσαρωνικού εκείνη την εποχή. Σε κάθε αναγνώστη που διαβάζει από μικρό παιδί, η ασήμαντη αυτή αναφορά θυμίζει το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος της Ζωρζ Σαρή «Ο θησαυρός της Βαγίας», που έχει αστυνομική πλοκή και εκτυλίσσεται φυσικά στην Αίγινα! Το βιβλίο της Σαρή κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1969 και το πρώτο κεφάλαιο είχε τον τίτλο «Ο Πορτοκαλής Ήλιος» (χαρακτηριστική η διαφορετική ορθογραφία). Κατά τα άλλα, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία που θα διαβάσουν το μυθιστόρημα του Μαρή, θα επιβεβαιώσουν για μία ακόμη φορά ότι η Ελλάδα στην οποία μεγάλωσαν δεν υπάρχει πια.