Γράφει η Μαρία Παπουτσογιαννοπούλου, @2dropsofsugar
Η “Απολογία του Λούσιο” είναι ένα βιβλίο ονειρικό. Μία ιστορία βγαλμένη από τη φαντασία, γεμάτη συμβολισμούς και συνειρμούς, αλλόκοτες εικόνες και τέχνη σε κάθε της μορφή. Γραμμένο κοντά στο 1910, κάπου ανάμεσα στη Λισσαβόνα και το Παρίσι, θεωρείται ένα εξαιρετικό δείγμα Πορτογαλικού Μοντερνισμού. Συνομιλεί μάλιστα στενά με το πολυαγαπημένο βιβλίο του Όσκαρ Γουάιλντ “Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ” (1890), αφού ως ένα βαθμό έχουν κοινή θεματολογία και παρόμοιο ύφος.
Οι ήρωες του Carneiro είναι όλοι καλλιτέχνες. Ο αφηγητής μας, ο Λούσιο, είναι συγγραφέας κυρίως θεατρικών έργων, αν και το 1895 βρέθηκε στο Παρίσι να σπουδάζει Νομικά. Ο εκκεντρικός φίλος του, Τζερβάζιο Βίλα-Νόβα, συστήνεται ως γλύπτης και είναι εκείνος που μυεί τον Λούσιο στους καλλιτεχνικούς κύκλους. Και η πιο τραγική φιγούρα του έργου είναι αναμφισβήτητα ο ποιητής Ρικάρντο ντε Λαουρέιρο που συνδέεται μαζί του στενά και του εξομολογείται το αίσθημα ανίας που τον καταβάλει συνεχώς, την έλλειψη νοήματος στη ζωή του.
Αν ταξιδεύω, αν γράφω – αν ζω, με μια λέξη, είναι μόνο και μόνο για να καταναλώνω στιγμές, πίστεψέ με: αλλά πολύ σύντομα – ήδη το προαισθάνομαι – κι αυτό ακόμα θα το χορτάσω. Και τι θα κάνω τότε;
Το βιβλίο ξεκινά αρπάζοντας τον αναγνώστη και βάζοντάς τον κατευθείαν στην ιστορία, στην περιπέτεια που έζησε ο Λούσιο δέκα χρόνια πριν και τον καταδίκασε σε φυλάκιση. Ο ήρωας γράφει την απολογία του από τη φυλακή δηλώνοντας εξαρχής ότι δεν είναι ένοχος, δεν διέπραξε τον φόνο του Λαουρέιρο και απλώς δεν προσπάθησε ποτέ να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Και αυτό γιατί κάποιες φορές η αλήθεια δεν φαίνεται καθόλου «αληθοφανής», όπως μας λέει και ο ίδιος, και τότε το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να σκύψουμε το κεφάλι και να αποδεχτούμε σιωπηλά την τιμωρία αφού δεν μπορούμε να διεκδικήσουμε την άφεση.
Η απολογία του ήρωα – ο οποίος υπόσχεται να εξιστορήσει μονάχα ντοκουμέντα, αν και γνωρίζει πως κανείς δεν θα τον πιστέψει - κινείται στα όρια της πραγματικότητας και της φαντασίας. Παρόλο που γνωρίζουμε εξ’ αρχής ότι συνδέεται άμεσα με τη δολοφονία του φίλου του, το βιβλίο κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη με πολλαπλές εναλλαγές σκηνών και διαλόγων. Αυτό που ακολουθεί ως εξιστόρηση των γεγονότων, από το ερωτικό τρίγωνο που δημιουργείται με την πανέμορφη γυναίκα του φίλου του και μέχρι τη στιγμή του φόνου, είναι πέρα από κάθε φαντασία.
Η μυστηριώδης ατμόσφαιρα, το ελλειπτικό ύφος και η πολυσημία των όρων συνθέτουν ένα κείμενο άλλοτε λυρικό και άλλοτε προσγειωμένο στην αστική ζωή, που ακούγεται σαν μουσική από ορχήστρα διάφορων οργάνων και φωνών.
Ήμασταν συγκλονισμένοι από ένα αίσθημα απολύτως όμοιο μ’ αυτό που νιώθουμε ακούγοντας μια μεγαλειώδη παρτιτούρα εκτελεσμένη από μία ορχήστρα κορυφαίων μουσικών. Οι αισθησιακές εικόνες είχαν ακριβώς τη σημασία ενός οργάνου της ορχήστρας. Τα υπόλοιπα όργανα ήταν τα φώτα, τα αρώματα, τα χρώματα…
Σε πολλά σημεία η γραφή είναι παραληρηματική, γεμάτη συμβολισμούς και πνευματικές ανησυχίες. Επίκεντρο του κειμένου η τέχνη και η αποθέωση της ηδονής, αλλά και οι φιλοσοφικές αναζητήσεις του συγγραφέα απέναντι στον τρόπο ζωής των ανθρώπων της γενιάς του.
Ο Carneiro είναι βαθιά επηρεασμένος από συγγραφείς της εποχής, όπως ο Pessoa, και σίγουρα από το παρακμιακό κίνημα και το ρεύμα του ηδονισμού. Αυτές οι επιρροές είναι εμφανείς στο κείμενό του. Αν και πολύ νεαρός σε ηλικία, οι σκέψη του και τα νοήματα που πηγάζουν από το κείμενο του είναι πολύ βαθυστόχαστα και προκαλούν ερωτήματα. Το μόνο που μένει να αναρωτηθούμε είναι το πόσο πολλά και σημαντικά έργα θα είχε γράψει στη ζωή του αν δεν αυτοκτονούσε στα 26 του χρόνια.
Κι ωστόσο θα άξιζε περισσότερο αν ήμασταν σαν το μέσο άνθρωπο που βλέπουμε γύρω μας. Θα είχαμε, τουλάχιστον στο πνεύμα, ηρεμία και ειρήνη. Τώρα έχουμε μόνο το φως. Όμως το φως τυφλώνει τα μάτια... Είμαστε ολάκεροι αλκοόλ, σκέτο αλκοόλ! - είμαστε οινόπνευμα και εξατμιζόμαστε σ’ ένα φως που μας καίει!
Η Απολογία του Λούσιο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Νήσος, https://nissos.gr/categories/1?page=3