Γράφει η Ροδαμάνθη Σοφικίτου, @greek_studyholic
H ποίηση συνεχίζει να λειτουργεί ως πηγή έμπνευσης και προβληματισμού, προσφέροντας βαθύτερη σκέψη και συγκίνηση. Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, 11 φωνές της σύγχρονης ελληνικής ποίησης μοιράζονται τα αγαπημένα τους ποιήματα και τι σημαίνει η ποίηση...
Γεωργία Τσουκαλοχωρίτη
Ποίημα: Από νερό κρασί
Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
Κυνηγάνε τους αστούς
Πετσοκόβουν τα κεφάλια
Απο εχθρούς και από πιστούς
–Μάνος Χατζιδάκις, «Τα παιδιά κάτω στον κάμπο»
[Ημέρα πρώτη]
Ήρθε μια μέρα
Που γέμισε το χωριό ακρίδες.
Κρύψανε τον ήλιο.
Κατεβήκαμε στο κατώι και περιμέναμε να φύγουν.
[Ημέρα δεύτερη]
Βγήκαν οι μεγάλοι στους δρόμους να τις πνίξουν.
Εμείς τις κοιτάγαμε να χορεύουν
με τα καχεκτικά τους ποδαράκια και γελούσαμε.
Οι γυναίκες τις πάταγαν με μανία.
Οι άντρες τις κυνηγούσαν με τα φτυάρια.
Δεν θα τον βγάλουμε φέτος τον χειμώνα.
Οι ακρίδες αυτές, δεν ήταν σαν τις άλλες.
Δεν καταβρόχθιζαν τις φυλλωσιές.
Μόνο χόρευαν.
[Ημέρα τρίτη]
Ο παπάς μάς μάζεψε σε μια εκκλησία.
Έπρεπε οι μεγάλοι να εξομολογηθούν στα παιδιά.
Αυτό χρειαζόταν. Και οι ακρίδες θα έφευγαν.
Τα αγόρια γέλαγαν· ήταν, λέει, αστείο. Τα κορίτσια
συμφώνησαν, έτσι τους είχαν μάθει.
Εγώ –κάπου ανάμεσα στα δύο– κρύφτηκα στον γυναικωνίτη.
Ένας άντρας μ’ ένα αγόρι τη φορά.
Μια γυναίκα μ’ ένα κορίτσι τη φορά.
Και ο παπάς να επιβλέπει.
Δεν έδωσα ψωμί στην αδερφή μου.
Έκρυψα το κρασί από τον άντρα μου.
Έλεγαν οι γυναίκες.
Έκλεψα στα ζάρια.
Δεν κράτησα τον λόγο μου.
Έλεγαν οι άντρες.
Κάποιοι όμως έλεγαν
Δάγκωσα το λαιμό της μικρής Άννας.
Δάγκωσα τα δάχτυλα της μικρής Άννας.
Δάγκωσα τα χείλια της μικρής Άννας.
Η Άννα, ήταν πιο μικρή από μένα.
Η μάνα της την έχει εικόνισμα για τους βρώμικους άντρες
κι αυτή κρατάει το παγκάρι
έλεγαν όλοι αδιάφορα στο χωριό.
Σ’χωρεμένος. Τους έλεγε ο παπάς.
Τ’ αγόρια βούρκωναν κι έσκυβαν το κεφάλι.
[Ημέρα τέταρτη]
Την άλλη μέρα ξυπνήσαμε και ο δρόμος ήταν άδειος.
Μόνο κάτι πατημένα φτερά εδώ κι εκεί.
Ήθελα να πάω στο ποτάμι να πετάξω πέτρες.
Πέρασα από το καφενείο.
Οι ακρίδες είχαν κολλήσει πάνω στους βρώμικους άντρες.
Δάγκωναν με ευλάβεια κάθε σπιθαμή τους.
Στο λαιμό.
Στα δάχτυλα.
Στα χείλη.
[Ημέρα πέμπτη]
Όπως στο γάμο της Κανά,
ξεφώνιζε η Άννα χαρούμενη.
Από νερό κρασί.
Το ποτάμι κόκκινο
και οι ακρίδες ακόμα δάγκωναν.
Γιάννης Ζαραμπούκας
Ποίημα: «Γυναίκα από γυαλί»
Συλλογή «Οι άνθρωποι στις κορνίζες»
Εκδόσεις Συρτάρι
Κοίμησε τα παιδιά.
Βγαίνοντας απ’ το παιδικό δωμάτιο,
άφησε μισάνοιχτη την πόρτα.
(κρακ)
Ο άντρας της πετάχτηκε για τα σκουπίδια.
Θα έκανε κι ένα τσιγάρο στα κρυφά,
μια τζούρα παράνομης ευτυχίας.
Αυτή τον κρατούσε άλλωστε
κοντά της.
(κρακ)
Σκέπασε το φαγητό που περίσσεψε,
έπλυνε τα πιάτα,
έβαλε νερό στο καναρίνι
κι άφησε αναμμένο το φως.
(κρακ)
Στο έρημο χωλ ακροπατούσε,
τα σανίδια του παρκέ τρίζανε,
η βρύση στο μπάνιο έσταζε,
έκανε θόρυβο τελικά η σιωπή.
(κρακ)
Ξεντύθηκε το κοστούμι της στοργικής
όλα στη ζωή ρόλος.
Έμεινε γυμνή,
εκτεθειμένη στο χλωμό φως του μπουντουάρ της.
(κρακ)
Ένα πλάσμα εύθραυστο,
γυναίκα από γυαλί.
Φόρεσε στα χείλη κόκκινο κραγιόν.
(κρακ)
Ύστερα ψηλάφισε τα ραγίσματα
γύρω απ’ τον λαιμό της.
(ΚΡΑΚ)
Αφέθηκε,
το κεφάλι γλίστρησε μέχρι την εξώπορτα.
Εκεί θα το έβρισκε ο άντρας της,
όταν θα γύριζε, πάντα γύριζε,
και θα πάλευε όλη νύχτα
να το ξανακολλήσει.
Τόνια Τζιρίτα - Ζαχαράτου

Ποίημα: Επιστροφή απ’ την επαρχιακή οδό
Είναι αλήθεια·
δεν υπάρχει αρκετή ομορφιά στον κόσμο.
Ξεκινήσαμε αργά.
Το φως γλιστρά στις άκρες
των δαχτύλων με μια ακαριαία κίνηση
που την ονομάζεις γελώντας το πέταγμα της σερπαντίνας.
Η νύχτα στην εξοχή έχει την ποιότητα
των πρώτων λεπτών στο σκοτάδι
όταν τα μάτια ανοιγοκλείνουν
αναμένοντας μια οικειότητα που αναβάλλεται.
Όταν το φεγγάρι δεν ανατέλλει,
γινόμαστε τα φώτα του κινούμενου τοπίου
κι αντικρίζουμε τα καύκαλα, τα κελύφη και τα κόκαλα
τη στιγμή ακριβώς που θρυμματίζονται κάτω απ’ τη ρόδα.
Με τέτοιους ήχους αποκοιμιέσαι.
Η αναπνοή σου στο διπλανό κάθισμα
μ’ αγγίζει ανεπαίσθητα εκεί όπου
πριν λίγο υπήρχε μόνο υποψία.
Αναπνέω μαζί σου
κι αποφασίζω να οδηγήσω
χωρίς σταματημό
πέρα απ’ την επαρχιακή οδό
με τις σκοτωμένες αλεπούδες
και τους άπνοους σκαντζόχοιρους
αφημένους στον χρόνο
που θέλει το σώμα για να λιώσει.
Θα εξακολουθήσω να οδηγώ
ακόμα κι όταν ο δρόμος τελειώσει· στη θάλασσα–
Αλεξίου Πηνελόπη

Ποίημα:
ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ
Περπάτησα στην πόλη μου.
Την άγνωστη.
Σε εκείνη που μεγάλωσα
και έκτοτε απωθούσα.
Πήρα στα χέρια μου τους δείκτες
για να μετρήσω την ασφάλεια,
τη ζωτικότητα,
την αρχιτεκτονική,
την προσβασιμότητα.
Τρεις ώρες και τριάντα χρόνια αργότερα
το πόρισμα έχει εκδοθεί:
το απόρθητο φρούριο της πόλης
στέκει αλώβητο
παρά τη σήψη εντός του.
Νικόλας Κουτσοδόντης

Ποίημα: ΤΙ ΣΟΥ ΛΕΩ ΟΤΑΝ ΞΥΠΝΑΣ ΚΑΤΣΟΥΦΗΣ
Όχι με τις φιλοδοξίες ενός καναρινιού
δίπλα στο γαλάζιο μικροαστικό ψυγείο
αλλά μικροί πολύ μικροί
στη ζεστή ιστορία του κρεβατιού μας
όπου κοιμάσαι
εξουθενωμένος σαν βυζαντινή εικόνα
απ’ τα θυμιάματα σε μια πλωτή εκκλησία.
Μέσα στην πρωινή σιωπή του δωματίου
είσαι ολόκληρος
κουλουριασμένος στο γκρι, μια φέτα
από ψωμί γιασεμιού
κι όπως η κουβέρτα έμεινε ώρες στάσιμη
υγρός μουσκεμένος σαν από συννεφένια βενζιναντλία
και οι πνοές σου σμάρια μικρών πουλιών
σε τσιμεντένια γούρνα.
Έρχομαι τότε ήσυχα στο αυτί σου
με τα χείλη μου να το πλάσω
τις γροθιές σου να κάνω μια γλαστρούλα
ηρεμίας πλάι στο στόμα
ανακατεμένης με υπνόσκονη
που σε κάνει έτσι αστείο.
Κατερίνα Κοζή

Ποίημα: ΙΣΤΟΡΙΑ [Τι δεν είπαν τα ελάφια]
Κρέμεσαι από μια παρουσία
που γίνεται ένα θαύμα
που γίνεται ένα μωρό
που μεγαλώνει στα μαλλιά σου
που γίνονται φύκια ασύμμετρα
μπλε θαλασσινό οξυγόνο
που μπαίνει σε μια χούφτα
που δε χωράει σε ένα πλευρό
που συνομιλεί και διατάζει τα άλλα πλευρά να διασταλούν
που πιάνονται από μια ιστορία
που αφηγείται άλλες ιστορίες
για μαγικά τσαγερά και λησμονικές πορσελάνες
εκεί όπου η χώρα του Ποτέ και του Πάντα συνορεύουν
χωρίς να δέχεται βαρβάρους
μόνο μισθωτούς σωτήρες
που φυσάνε και ξεφυσάνε
αέρες πανάκριβους καλοκαιρινούς νησιώτικους
που δεν ξέρουν πού να πάνε
και ποια κύματα να ανακατέψουν
που γιγαντώνονται σε μακρινά σύννεφα
που η πλάση δε χορταίνει
να φυλάνε το ελληνικό της φως.
Βαγγέλης Κοκκάρης

Ποίημα: Gotta Catch 'Em All
Όπως ο Ash Ketchum
έτσι
και
’μεις
(που πάντοτε θέλαμε να γίνουμε
εκπαιδευτές Pokémon)
προσπαθούμε
να μαζέψουμε μετάλλια.
Περπατάμε
λοιπόν
από μέρος σε μέρος,
χωρίς να ξέρουμε
που
τελειώνει αυτή η θητεία
και
σκεφτόμαστε
πως
ακόμη
και
αν δεν γίνουμε οι καλύτεροι εκπαιδευτές Pokémon,
τουλάχιστον θα έχουμε
υπερασπιστεί
το δικαίωμα του Pikachu
να μη χωράει σε pokeball.
Βίκυ Κατσαρού

Ποίημα: ΠΡΟΣΤΑΓΜΑ
Γυναίκα εγώ,
έκπτωτη από έναν εχθρικό παράδεισο,
περιφέρομαι στην πόλη.
Μάνα δεν θέλησα να γίνω,
ήδη έχω γεννήσει
με ανήκουστες
ωδίνες
τα ποιήματά μου.
Χριστίνα Κασσεσιάν

Ποίημα:
Στις αδερφές μου, που επέζησαν
Θα σου πω ένα μυστικό
Τότε που
έχωνες το κεφάλι μου βαθιά μες στο νερό
στη ράχη μου φύτρωναν αγκάθια
λευκά στίγματα
το στόμα μου έφτυνε φύκια και άμμο
κι από τα βράγχια αντλούσα το οξυγόνο μου
Έκανα πως πνιγόμουν για
να σε ξεγελάσω
Να κλέψω χρόνο από τον χρόνο σου
Σ’ άρεσαν, θυμάμαι, από παλιά
τα παιχνίδια εξουσίας
Γέλαγες ειρωνικά κάθε φορά
Λες και με κέρδιζες σε μια παρτίδα σκάκι
Όμως εγώ
γυρνούσα το ρολόι σου μπροστά
Έκλεβα χρόνο
από τον χρόνο σου
Και χρόνο με τον χρόνο
έμαθα να ξεγλυστρώ απ’ τα χέρια σου
χτυπώντας τα πτερύγια δυνατά
Μια κάποια μέρα,
πριν τελειώσει η εικονική ναυμαχία σου,
έμπηξα γερά τ’ αγκάθια στις παλάμες σου
Και αυτομόλησα σαν το σκυλόψαρο
–χωρίς αγέλη πια, δίχως δηλητήριο–
υψώνοντας λευκή σημαία
στον εχθρό σου
Χαρίδημος Κιοστεράκης

Αθηνά Αραπάκη

Ποίημα: Άγρια Παιδιά
Τ’ άγρια παιδιά
Με επισκέπτονται κυρίως τις νύχτες
Με τρύπιες κάλτσες
Κι έναν μπαμπά που έχει αδυναμία
Στις βελόνες και τα
Βάζα που σπάνε απότομα
Απάνω στα κεφάλια τους
Αλλά που, κατά τα άλλα,
Είναι ο καλύτερος μπαμπάς
Του κόσμου
Μου ψιθυρίζουν υποσχέσεις για
Ποδήλατα και
Καινούργια σχολικά βιβλία
Και με κοιτούν
Καχύποπτα
Κάθε φορά που ρωτάω
Για τη διατροφή ή τα
Παιχνίδια τους
Φτύνουν
Στα μούτρα
Όσων τα περιφρονούν
Τ’ άγρια παιδιά
Και ως εκ τούτου,
Φτύνουν και στα δικά μου μούτρα
Μιας που κι εγώ
Όπως και να το κάνουμε
Είμαι για αυτά
Άλλη μια θηριοδαμάστρια
Με συμπλέγματα Σωτήρα
Κι άχρωμες τύψεις
Να τρυπάνε το
Ροζ συννεφάκι της.
Κρατάω σημειώσεις
Προσεκτικά,
Όπως μου μάθανε
Κουνάω το κεφάλι και
Ρουφάω ζεστή σοκολάτα
Από μια κούπα,
Κεραμική
Που κοστίζει περίπου
Όσο ένα εισιτήριο
Στο τσίρκο.
Αφήνω το τσίλι
Ν’ αγγίξει τη γλώσσα μου
Κι ελπίζω πως
Την επόμενη φορά
Ίσως και να την κάψει
Για να μην χρειαστεί
Να εξηγήσω
Ποτέ ξανά
Στα άγρια παιδιά
Τι σκατά
Κάνω με τη ζωή μου.